Με αφορμή την συνέντευξη του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας που έδωσε πρόσφατα (3/11/2025) στα ΜΜΕ των Αθηνών με τίτλο «Το Σχέδιο για την αντιμετώπιση των υδατικών κινδύνων της Θεσσαλίας και η αμφισβήτηση του στο ΣτΕ», τα σχετικά δημοσιεύματα και την συζήτηση που ακολούθησε, παραθέτουμε μερικές χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τα έργα «εκτροπής Αχελώου», απαλλαγμένες από τα διάφορα επικοινωνιακά στερεότυπα που επί χρόνια διακινούνται από ορισμένα μέσα και εμποδίζουν τους καλοπροαίρετους πολίτες να κατανοήσουν την χρησιμότητά και τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τα έργα αυτά.
1. Ως έργα εκτροπής (μεταφοράς νερού) εννοούμε το φράγμα στη θέση Συκιά επί του Άνω Αχελώου που, εκτός από την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας, θα ταμιεύσει τα νερά και μέσω της σήραγγας εκτροπής προς Μουζάκι θα τα μεταφέρει στην όμορη θεσσαλική λεκάνη.
Η εκτροπή Αχελώου είναι ενταγμένη στον υδατικό και ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας.
Μετά από έντονες επιστημονικές και πολιτικές διαφωνίες των δεκαετιών 1970-1990, η κατασκευή των έργων αυτών έχει εδώ και χρόνια προχωρήσει σε βαθμό εκτέλεσης εργασιών κατά 65% στο φράγμα και κατά 85% στην πλήρως διανοιγμένη σήραγγα μεταφοράς των 17.400 μέτρων.
Το 2010 διακόπηκαν οι εργασίες όταν το ΣτΕ, μετά από σχετική προσφυγή, αποφάσισε να απευθύνει σχετικό ερώτημα προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΚ). Οι καθυστερήσεις που ακολούθησαν στην έκδοση των δικαστικών αποφάσεων του ΔΕΚ και του ΣτΕ, η περίοδος των μνημονίων, η άθλια κατάσταση των οικονομικών της χώρας, η εχθρική προς τα έργα κυβέρνηση Τσίπρα και η υποκριτική διαχείριση της υπόθεσης από την κυβέρνηση Μητσοτάκη «καταδίκασαν» τα έργα σε στασιμότητα έως σήμερα.
Παρά την επί δεκαπέντε χρόνια διακοπή εργασιών τα έργα Αχελώου παραμένουν εγγεγραμμένα στον κρατικό προϋπολογισμό. Εξάλλου η χρηματοδότηση και συνολικά η πορεία υλοποίησής τους στηρίχθηκαν σε πολλές αποφάσεις της ελληνικής Βουλής, καθώς και στην πολιτική βούληση του συνόλου των κυβερνήσεων από το 1985-2010 (Α. Παπανδρέου, Κων. Μητσοτάκη, όλων των «ενδιάμεσων» μικρής διάρκειας του 1989-90, Α. Παπανδρέου, Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή).
Φυσικά όλες αυτές οι διακοπές, καθυστερήσεις και πισωγυρίσματα θα είχαν αποφευχθεί εάν είχε γίνει δεκτή η πρόταση των θεσσαλικών οργανώσεων για συζήτηση του θέματος εκεί όπου επιλύονται τα πολιτικά ζητήματα, δηλαδή στη Βουλή, με στόχο οριστικές αποφάσεις που θα επέτρεπαν την απρόσκοπτη συνέχιση των έργων.
2. Σκόπιμο είναι να γνωρίζουμε τις επιδιώξεις των οργανώσεων των Αιτωλοακαρνάνων που υπέβαλαν την προσφυγή στο ΣτΕ ζητώντας την ακύρωση των ΣΔΛΑΠ και βεβαίως την διακοπή οποιασδήποτε ενέργειας επανεκκίνησης των έργων Αχελώου.
Εκτός από τις συνήθεις και χωρίς τεκμηρίωση αναφορές τους στο περιβάλλον, επίσημη θέση τους είναι πως «Η εκτροπή των υδάτων….επηρεάζει καταλυτικά το υδρολογικό status ….(του υδατικού διαμερίσματος) Δυτικής Στερεάς Ελλάδος», ουσιαστικά της Αιτωλοακαρνανίας.
Αυτό είναι παντελώς αβάσιμο, δεδομένου πως στην περιοχή αυτή τα προς χρήση ύδατα είναι απολύτως ρυθμισμένα λόγω του γεγονότος πως το σύνολο των υδάτων του Άνω Αχελώου (όπου και το έργο της Συκιάς) και των παραποτάμων του (Αγραφιώτης, Ταυρωπός), καθώς και τα ύδατα της περιοχής Καρπενησίου (Καρπενησιώτης, Κρικελιώτης κλπ.) συγκεντρώνονται στην τεράστια τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών, την μεγαλύτερη σε όγκο στη χώρα μας, και στην συνέχεια διοχετεύονται ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ στις κατάντη περιοχές, είτε για παραγωγή ενέργειας σε ΥΗ μονάδες (Κρεμαστά, Καστράκι, Στράτος), είτε για την εξυπηρέτηση υδρευτικών και αρδευτικών αναγκών, οι οποίες συνολικά δεν υπερβαίνουν τα 500 εκατ. κ. μ. νερού ετησίως.
Με δεδομένο πώς ο όγκος της λίμνης Κρεμαστών ανέρχεται σε 3.300 εκατ. κ. μ. νερού (δηλαδή υπερκαλύπτει τουλάχιστον πέντε φορές τις ανάγκες της Αιτωλοακαρνανίας), παρέλκει κάθε συζήτηση για πρόβλημα λειψυδρίας, για υδατικά ελλείμματα στην περιοχή και για περιβαλλοντικές επιπτώσεις από έλλειψη νερού !
Και εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα τι τέλος πάντων επιζητούν ;
Όπως οι ίδιοι αποκαλύπτουν προσφεύγουν κατά της κυβέρνησης με στόχο να διεκδικήσουν αντισταθμιστικά οφέλη (!) .
Συγκεκριμένα, σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου σχετικά με γνωμοδότηση σε νέα ενεργειακή επένδυση στην λίμνη Στράτου, ο Δήμαρχος Αγρινίου Γ. Παπαναστασίου δήλωσε πως «Ο Δήμος Αγρινίου… (θα) ξεκινήσει νομικό πόλεμο, όπως έγινε και με την περίπτωση της εκτροπής του Αχελώου….Εν αντιθέσει λοιπόν με όσα δεν…. έγιναν όταν κατασκευάζονταν τα υδροηλεκτρικά έργα της ΔΕΗ στον Αχελώο, αυτή τη φορά η περιοχή προσδοκά τουλάχιστον σε αντισταθμιστικά»!!! (Δες «Συνείδηση Αιτωλίας και Ακαρνανίας», 24/2/25).
3. Η δημιουργία αποθεμάτων νερού στις σημερινές συνθήκες με την μεταφορά 250 εκατ. κ. μ. ετησίως στο υδατικό διαμέρισμα Θεσσαλίας στοχεύει βασικά, αφενός στην προστασία των επιφανειακών οικοσυστημάτων (ποτάμια, λίμνες) που καταστρέφονται από τις πέραν των ορίων αντλήσεις νερού για αρδεύσεις, αφετέρου στην αποκατάσταση υπόγειων (κυρίως) οικοσυστημάτων που λόγω των υπεραντλήσεων κινδυνεύουν με κατάρρευση. Σύμφωνα με έγκυρες θεσμοθετημένες περιβαλλοντικές μελέτες, εάν η κατάσταση συνεχιστεί, η Θεσσαλία οδηγείται αναπόφευκτα στην ερημοποίηση.
Και ενώ αυτά συμβαίνουν, όλες οι κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τάσσονται κατά της ενίσχυσης των αποθεμάτων, αποδέχονται την διατήρηση των περίπου 2,5 εκατ. στρεμμάτων (ως ανώτερο όριο) αρδευομένων εκτάσεων στην θεσσαλική λεκάνη.
Αυτή ακριβώς η πολιτική απόφαση (πάνω στην οποία στηρίζονται τα σχέδια υδάτων) είναι που διαμορφώνει υψηλές απαιτήσεις σε νερό στις οποίες η λεκάνη Πηνειού δεν μπορεί να ανταποκριθεί και γι’ αυτό δημιουργούνται κάθε χρόνο ελλείμματα ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων κ. μ. νερού.
Φυσικά η επιλογή αυτή είναι βάσιμη καθώς οι αρδευόμενες καλλιέργειες, σε αντίθεση με τις ξηρικές, αφενός προσφέρουν ικανοποιητικό εισόδημα στους καλλιεργητές, αφετέρου συγκρατούν τον αγροτικό πληθυσμό στον τόπο του. Παράλληλα συμβάλλουν αποφασιστικά στην επισιτιστική ασφάλεια και αντίστοιχα στην μείωση εισαγωγών τροφίμων, στην οικονομία της περιοχής (δευτερογενής τομέας) κοκ.
Μια τέτοια απόφαση όμως πρέπει να συνοδεύεται από ένα σχέδιο εξασφάλισης των απαιτούμενων αποθεμάτων νερού που να υλοποιείται απαρέγκλιτα.
Στο δίλημμα λοιπόν ενίσχυση ή όχι από Αχελώο δεν απαντά κανείς αποκλειστικά ή κυρίως με οικολογικά επιχειρήματα, με «τρομοκράτηση» των συνειδήσεων ευαίσθητων ανθρώπων και με δικαστικές διαμάχες.
Αντίθετα παραθέτει πολιτικές προτάσεις για τα όρια των αρδευόμενων εκτάσεων, προτάσεις για τους ανθρώπους της υπαίθρου που αλλιώς θα αναγκαστούν να αναζητήσουν την τύχη τους στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Με την ενίσχυση του υδατικού δυναμικού του ΥΔΘ διασφαλίζεται η αντιστροφή της τάσης σταδιακής αποχώρησης από την ύπαιθρο πολλών νέων ανθρώπων που συνειδητοποιούν πως χωρίς νερό και χωρίς αρδευόμενες καλλιέργειες δεν προκύπτει επαρκές εισόδημα να ζήσουν τις οικογένειές τους.
Η αποχώρηση όμως των κατοίκων της υπαίθρου σημαίνει αφενός ραγδαίες αλλαγές στις χρήσεις γης (πχ. φωτοβολταϊκά) και ταυτόχρονα παράδοση άνευ όρων στην επέλαση της ερημοποίησης του κάμπου της Θεσσαλίας.
Παράλληλα, οι δήθεν ευαίσθητοι για τις κοινωνικές επιπτώσεις θα πρέπει να σκεφθούν και τις συνέπειες από τον περιορισμό της αγροτο-κτηνοτροφικής παραγωγής, την αρνητική τους επίδραση στην οικονομία της Θεσσαλίας (και όχι μόνο στον πρωτογενή τομέα) και γενικότερα στο ΑΕΠ της χώρας, την υπερσυγκέντρωση πληθυσμού στις (όλο και λιγότερο βιώσιμες) μεγαλουπόλεις, τις αυξανόμενες εισαγωγές τροφίμων, την επισιτιστική κρίση στη χώρα μας (και όχι μόνο),την διαρκή επιβάρυνση του εμπορικού ισοζυγίου κοκ.
4. Την μεταφορά υδάτων από τον Αχελώο επιβάλλουν και σημαντικές παράμετροι οικολογικής φύσεως.
Στην Θεσσαλία εντοπίζονται από τα σχέδια υδάτων [σημ. : στο ΣΔΛΑΠ τού 2017 αλλά και στην προσβαλλόμενη αναθεώρησή τους του 2024], δύο μείζονες οικολογικές απειλές.
Η πρώτη αφορά στην επί τριάντα και πλέον χρόνια εκρηκτική συσσώρευση υδατικού ελλείμματος στους υπόγειους υδροφορείς του Υ. Δ. Θεσσαλίας, η οποία στο ΣΔΛΑΠ/2017 εκτιμήθηκε στα τρία (3) δισεκατομμύρια κ. μ. νερού και το 2025 εκτιμάται πως προσεγγίζει τα τέσσερα (4) δισεκατομμύρια κ. μ., δεδομένου πως στα χρόνια που μεσολάβησαν ελάχιστα μεταβλήθηκαν τα δεδομένα στην περιοχή σχετικά με τα υδατικά ελλείμματα που προστίθενται κάθε χρόνο. Συνεπώς αυτή η οικολογική «ωρολογιακή βόμβα», ως συνέπεια της χρόνιας κατάστασης λειψυδρίας, παραμένει ενεργή για την περιοχή, απειλεί με καταστροφή τα υπόγεια υδατικά συστήματα και οδηγεί με γοργούς ρυθμούς στην ερημοποίηση μεγάλων εκτάσεων στον θεσσαλικό κάμπο.
Η δεύτερη που επιμελώς αποσιωπάται είναι η οικολογική καταστροφή που συντελείται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στα ποτάμια οικοσυστήματα του Αχελώου και του Κουμπουργιαννίτη στην περιοχή των έργων, ως αποτέλεσμα της εγκατάλειψής τους και της αβελτηρίας των κυβερνήσεων να λάβουν οριστικές πολιτικές αποφάσεις.
Ας σημειωθεί πως τα ποτάμια παραμένουν «μπαζωμένα» από χωματισμούς και σκυροδέματα και ειδικά ο Αχελώος (ποταμός συνεχούς ροής) είναι κυριολεκτικά κομμένος στα δύο, με ότι αυτό συνεπάγεται από οικολογικής απόψεως.
5. Άλλο ένα επιχείρημα που ευρύτατα αλλά και παραπλανητικά χρησιμοποιείται κατά της εκτροπής είναι η σπατάλη νερού για τις αρδεύσεις. Δεν αναφέρουν όμως πως τα σχέδια διαχείρισης έχουν συμπεριλάβει στόχους εξοικονόμησης υδάτων ύψους 200 εκατ. κ. μ. νερού ετησίως. Δεν αναφέρουν επίσης πως σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια των επιστημόνων, ακόμη και με την επίτευξη του στόχου αυτού, και πάλι τα ελλείμματα δεν εξαλείφονται χωρίς την μεταφορά (εκτροπή). Παραβλέπουν πως η σημαντική εξοικονόμηση θα προέλθει ακριβώς από την ακύρωση – εγκατάλειψη χιλιάδων ανεξέλεγκτων «σπάταλων» γεωτρήσεων οι οποίες σταδιακά θα υποκατασταθούν από τα πρόσθετα νερά της μεταφοράς από τον Αχελώο, με όλες τις θετικές συνέπειες που προαναφέραμε.
Άλλωστε η ενίσχυση του υδατικού δυναμικού στο ΥΔΘ προτείνεται από το σχέδιο (ΣΔΛΑΠ) ακριβώς για να ανταποκριθούμε στους στόχους της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τα νερά. Όπως αποδεικνύεται μόνο έτσι θα μειωθούν τα ελλείμματα και σταδιακά, με την ολοκλήρωση έργων εξοικονόμησης (και ταμίευσης) νερού.
Οι προβλεπόμενοι στόχοι εξοικονόμησης νερού θα επιτευχθούν στο σύνολό τους από σημαντικά έργα που προβλέπονται στον εγκεκριμένο σχεδιασμό, όπως κλειστοί αγωγοί μεταφοράς νερού, σύγχρονα κλειστά δίκτυα διανομής με ψηφιακά συστήματα ελέγχου, στάγδην συστήματα στο χωράφι.
Οι αντίστοιχοι στόχοι ταμίευσης των αναγκαίων επιφανειακών υδάτων θα επιτευχθεί με τα έργα Συκιάς (μεταφορά) και τα (μικρότερου όγκου) Μουζακίου, Ενιππέα Φαρσάλων, Πύλης, Νεοχωρίου κα.
Έτσι θα οδηγηθούμε σταδιακά στην βιώσιμη και αποτελεσματική διαχείριση των υδάτων και στην απαλλαγή των υδάτινων οικοσυστημάτων (κυρίως των υπόγειων) από τις τεράστιες «πιέσεις» που δέχονται σήμερα από απεγνωσμένους αρδευτές, με την ανοχή (επί της ουσίας σύμπραξη) του πολιτικού συστήματος στην συντελούμενη οικολογική καταστροφή.
Είναι επίσης χαρακτηριστικός ο ισχυρισμός ορισμένων για την Θεσσαλία πως «η επίτευξη του σκοπού της οδηγίας μετατίθεται διαρκώς στο μέλλον, ενώ το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η διαρκής επιδείνωση των ήδη προβληματικών υδατικών συστημάτων». Κάποιοι που «όλα τα κακά του κόσμου» τα αποδίδουν στην συμπερίληψη των έργων Αχελώου στον υδατικό σχεδιασμό (ΣΔΛΑΠ), μετατρέποντας σε «εχθρό» του Σχεδίου ακριβώς αυτό που αποτελεί βασικό «κλειδί» επίλυσης του οικολογικού προβλήματος.
6. Λίγα σχόλια σχετικά με το κόστος των έργων Αχελώου και τα επιχειρήματα πως είναι «φαραωνικό» και δαπανηρό.
Η μεταφορά υδάτων από έναν ταμιευτήρα στην περιοχή αξιοποίησής τους είναι ένα πολύ συνηθισμένο έργο σε όλες τις χώρες του πλανήτη και φυσικά στην Ελλάδα με την χαρακτηριστική γεωμορφολογία της. Για παράδειγμα η υδροδότηση της Αττικής με τους περιορισμένους υδατικούς πόρους απαιτεί ταμιεύσεις υδάτων σε πολλές όμορες και μη ορεινές λεκάνες, ενώ η μεταφορά τους γίνεται από απόσταση ακόμη και 250 χιλιομέτρων.
Στην περίπτωση του ΥΔ Θεσσαλίας η απόσταση που απαιτείται να καλυφθεί ανάμεσα στις δύο όμορες λεκάνες είναι μόλις 17,4 χιλιομέτρων (μήκος σήραγγας).
Σχετικά με το κόστος, για την ολοκλήρωση του φράγματος-ταμιευτήρα Συκιάς (χωρίς την υδροηλεκτρική του μονάδα) και της σήραγγας μεταφοράς κατ’ εκτίμηση θα απαιτηθούν (επιπλέον) 300 εκατ. ευρώ σε σημερινές αξίες. Ας σημειωθεί πως για τα δύο αυτά έργα έχουν έως σήμερα δαπανηθεί πάνω από 500 εκατ. ευρώ (σημερινές αξίες).
Ας εξετάσουμε όμως και την μοναδική προσφερόμενη εναλλακτική λύση σε περίπτωση οριστικής ακύρωσης των έργων εκτροπής, που και αυτή έχει σημαντικό οικονομικό κόστος, κάτι που επιμελώς αποκρύπτουν οι ανεύθυνοι θιασώτες της καταστροφής.
Στην περίπτωση αυτή οι απαιτούμενες δαπάνες εκτιμάται πως θα ανέλθουν στα 200-250 εκατ. ευρώ σε σημερινές αξίες (σημ. : προς το παρόν μιλούν για ακύρωση χωρίς να διευκρινίζουν πως στην πράξη επιζητούν την κατεδάφιση των έργων, για την οποία δεν έχουν εκπονηθεί τεχνικές και περιβαλλοντικές μελέτες).
Ειδικότερα, στο φράγμα Συκιάς θα εκτελεστούν αναγκαστικά εργασίες καθαίρεσης, απομάκρυνσης των υλικών και επαναφοράς του ποτάμιου οικοσυστήματος στην πρότερη κατάσταση. Στην πλήρως διανοιγμένη σήραγγα μεταφοράς, η οποία σημειωτέον ΔΕΝ κατεδαφίζεται, απομένει η ολοκλήρωση των υπολειπόμενων εργασιών εσωτερικής επένδυσης για την προστασία από καταπτώσεις και παράλληλα τοποθέτηση των αναγκαίων θυροφραγμάτων (σφράγιση) στα δύο άκρα της σήραγγας και βεβαίως οριστική εγκατάλειψη και αχρηστία !
Οι συγκρίσεις κόστους ανάμεσα στις δύο προσφερόμενες εναλλακτικές στην κρίση των καλοπροαίρετων πολιτών.
Και στο σημείο αυτό μια παρατήρηση. Είναι προφανές πως τα έργα Αχελώου δεν μπορούν εσαεί να παραμένουν στη στάσιμη και επικίνδυνη κατάσταση που βρίσκονται σήμερα. Όπως προκύπτει από εκθέσεις έμπειρων πραγματογνωμόνων, Ελλήνων και ξένων, που ενσωματώνονται στο ΣΔΛΑΠ, στο φράγμα Συκιάς είναι πολύ μεγάλοι οι κίνδυνοι υποσκαφής και κατάρρευσης των εγκαταλειμμένων κατασκευών, με πιθανές καταστροφικές συνέπειες σε κατάντη εγκαταστάσεις και υποδομές, με κίνδυνο απώλειας ακόμη και ανθρώπινων ζωών. Πολύ σημαντική επίσης, όπως προαναφέραμε, είναι η οικολογική καταστροφή που εξελίσσεται στο ποτάμιο οικοσύστημα, το οποίο παραμένει επί αρκετά χρόνια «μπαζωμένο» και κομμένο στα δυο, με κίνδυνο να υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη.
7. Σχετικά με τις αποφάσεις ΣτΕ έχουν γραφτεί πολλά. Πρίν σχολιάσουμε κάποιες από αυτές, θα αναφέρουμε το σχόλιο, με αρκετή δόση ειρωνείας, του αείμνηστου καθηγητή οικολογίας Νίκου Μάργαρη στα Νέα (3 Ιανουαρίου 2009) ότι «ευτυχώς, την εποχή που ο Περικλής σχεδίαζε τον Παρθενώνα δεν υπήρχε ΣτΕ….διότι είναι βέβαιο ότι θα απαγόρευε οποιαδήποτε κατασκευή αφού θα ανέτρεπε την υπάρχουσα δομή στον ιερό βράχο και θα μείωνε την βιοποικιλότητα του χώρο…».
Στα επόμενα θα κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στις πιο χαρακτηριστικές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και σχόλια για την επικοινωνιακή διαχείριση από ανεύθυνους εμμονικούς «οικολόγους», κόμματα, ΜΜΕ, ακόμα και κυβερνήσεις !
Αρχίζουμε την αναφορά μας με την απόφαση αρ. 2759/1994 του ΣτΕ. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη απόφαση που εξέδωσε το ΣτΕ για το θέμα των έργων Αχελώου. Τότε η διοίκηση στην χώρα μας δεν διέθετε ούτε το σημερινό ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο για τα περιβαλλοντικά ζητήματα, ούτε βεβαίως την ανάλογη ωριμότητα για την εφαρμογή των κατευθύνσεων της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρώτος νόμος για το περιβάλλον που υπήρξε στη χώρα μας ήταν ο Ν. 1650/86, την ίδια περίπου περίοδο που προκηρύχθηκε ο διαγωνισμός για τα έργα Αχελώου (Υπουργός Κουλουμπής – ΠΑΣΟΚ). Για τα έργα αυτά υπήρχαν μεν μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων (χωριστές για κάθε επιμέρους έργο), όχι όμως και μια συνθετική εξέταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από το συνολικό εγχείρημα της μεταφοράς υδάτων.
Ορθώς λοιπόν το ΣτΕ, μετά από σχετική προσφυγή, με την απόφαση 2759/1994 απαίτησε από την διοίκηση, πριν την κατασκευή των έργων, την εκπόνηση «συνολικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων», δημιουργώντας μάλιστα νομολογία επί του θέματος αυτού, θέτοντας ταυτόχρονα το έργο σε τροχιά Ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας και δημιουργώντας ένα θετικό προηγούμενο στον τομέα των δημοσίων έργων.
Ταυτόχρονα, μέσω της ενιαίας συνθετικής ΜΠΕ που εκπονήθηκε και των προτάσεων των ειδικών επιστημόνων, προέκυψε πολιτική απόφαση για σημαντική μείωση του όγκου υδάτων που θα μεταφέρονται ετησίως από την ΛΑΠ Αχελώου προς την ΛΑΠ Πηνειού [σημ. : αρχικά επρόκειτο να μεταφερθούν 1.100 εκατ. κ. μ.], η οποία περιορίστηκε στα 600 εκατ. κ. μ. νερού, προσδίδοντας πρόσθετη οικολογική ασφάλεια στο εγχείρημα της μεταφοράς.
Η μελέτη αυτή εγκρίθηκε και στη συνέχεια τα έργα προχώρησαν απρόσκοπτα κατά τα επόμενα χρόνια με τους νέους περιβαλλοντικούς όρους.
Είναι προφανές πως μία τέτοια απόφαση μόνο «εναντίον των έργων Αχελώου» δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί. Παρόλα αυτά δεν απέτρεψε τα γνωστά κόμματα και οργανώσεις να «παραμυθιάζουν» επί δεκαετίες τον ελληνικό λαό για το αντίθετο.
Ένα από τα θέματα που επί πολλά χρόνια αποτέλεσε επίδικο ζήτημα για το Ε’ τμήμα αλλά και την ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου ήταν η «αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης» την οποία σύμφωνα με τις προσφυγές, υποτίθεται πώς παραβιάζει «ο σχεδιασμός των έργων εκτροπής».
Η πρώτη απόφαση του ΣτΕ για το θέμα διατυπώθηκε ουσιαστικά με την αρ. 3478/2000, με την οποία το ΣτΕ είχε αποδεχθεί την βιωσιμότητα του έργου, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις της σχετικής προσφυγής.
Ειδικότερα, στην κομβική αυτή απόφασή (εισηγητής κ. Μενουδάκος, μετέπειτα Πρόεδρος του ΣτΕ) απορρίφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο όλες οι αιτιάσεις (δέκα τον αριθμό) για δήθεν κινδύνους σχετιζόμενους με το περιβάλλον (οικολογικές επιπτώσεις στο δέλτα Αχελώου, μη επανορθώσιμες βλάβες στο περιβάλλον, παραβίαση κοινοτικών οδηγιών για την προστασία οικοτόπων, παραβίαση διεθνών συμβάσεων για την διατήρηση της άγριας ζωής, μη κατάρτιση χωροταξικού σχεδίου κ.α.).
Όμως τότε, παρότι ο εισηγητής απέρριψε συλλήβδην όλες τις αιτιάσεις τους, εντόπισε μία σοβαρή παράλειψη της διοίκησης, κάνοντας τελικά δεκτή την προσφυγή αποκλειστικά για το συγκεκριμένο θέμα. Επρόκειτο για την προστασία από τα νερά της τεχνητής λίμνης ενός προστατευόμενου μνημείου (μοναστήρι Αγ. Γεωργίου) στο Μυρόφυλλο Τρικάλων, για το οποίο και το ΣτΕ επέβαλε επανεξέταση όλων των τεχνικών λύσεων (πχ. ύψος στάθμης του νερού της λίμνης Συκιάς), ώστε να μη μετακινηθεί το μνημείο (διατήρηση in situ).
[Σημ. : από το αρμόδιο Υπουργείο οι εναλλακτικές λύσεις έχουν ήδη καταγραφεί (ενδεικτικά : υποβιβασμός της στάθμης του νερού) και θα εφαρμοστούν όταν οι εργασίες επανεκκινήσουν].
Αυτή η απόφαση θεωρήθηκε από τις οικολογικές οργανώσεις, από τον ΣΥΡΙΖΑ και από διάφορα ΜΜΕ ως ακόμη μία απόφαση «κατά των έργων» και την χρησιμοποιούν αναλόγως στην ρητορική τους. Και βεβαίως αποκρύπτουν συνειδητά πως οι αιτιάσεις τους περί «βιωσιμότητας» απορρίφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Αντίθετα με το 2000, το 2014 με την απόφαση αρ. 26/2014, η πλειοψηφία των δικαστών άλλαξε θέση επειδή στο μεταξύ, όπως προσχηματικά επικαλέστηκαν, «τέθηκαν σε ισχύ η Οδηγία 60/2000, το δίκτυο Natura 2000 και η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική», στοιχεία που δεν υπήρχαν όταν εκδόθηκε η προηγούμενη απόφαση. Έτσι το Δικαστήριο έκρινε πώς «…το επίδικο έργο….(με μέγιστη ποσότητα μεταφοράς) 600 εκατ. κ. μ. νερού ετησίως….αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης», παραθέτοντας εκτεταμένη αιτιολόγηση της απόφασης.
Όμως, αντίθετα με την πλειοψηφία των δικαστών, ο κ. Αθ. Ράντος (μαζί με άλλους δικαστές του ΣτΕ) διαφοροποιήθηκαν σθεναρά από το σκεπτικό αυτής της απόφασης. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν ότι «… το συνολικό έργο κρίθηκε ρητά ως κατ’ αρχήν συμβατό με την αρχή αυτή είτε η επί μέρους εξέταση των τιθέμενων ζητημάτων, ιδίως με την απάντηση επί των προδικαστικών ερωτημάτων (σημ. : στο ΔΕΚ, δες επόμενα), καθόλου δεν οδήγησε σε κρίσεις περί ριζικών παραβάσεων των αντίστοιχων αρχών ή κανόνων δικαίου, αλλά, αντιθέτως, σε κρίσεις περί κατ’ αρχήν δυνατότητος εκτελέσεως του έργου. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται, και, μάλιστα, μετά την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος και τις επ’ αυτού απαντήσεις, η ακύρωση για τον λόγο αυτό, η οποία εξάλλου, καθιστά εκ των υστέρων αλυσιτελή την υποβολή του ερωτήματος.» και παρακάτω « … η ευθεία αξιολόγηση από μέρους του δικαστή των επιπτώσεων ορισμένου έργου και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην εν λόγω αρχή εξέρχεται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου…»
Στην συνέχεια, οι μειοψηφούντες δικαστές και ο κ. Ράντος θεώρησαν ότι οι λόγοι ακύρωσης που επικαλέστηκε η πλειοψηφία «αναφέρονται σε τήρηση διαδικασιών …. είτε σε πλημμέλειες αιτιολογίας…. Που από την φύση τους δεν μπορεί να οδηγήσουν στο εν λόγω συμπέρασμα» (σ.σ. ότι δηλαδή το έργο αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης).
[Ας σημειωθεί επίσης ότι η όλη συζήτηση αναφέρονταν στο «επίδικο έργο εκτροπής ποσότητας 600 εκατομμυρίων κ .μ. ύδατος ετησίως των υδάτων του Αχελώου …..», δηλαδή σε έναν σχεδιασμό που σήμερα δεν υφίσταται].
Με απλά λόγια, ο κ. Αθ. Ράντος και οι άλλοι δικαστές επιβεβαιώνουν αυτό που όλα αυτά τα χρόνια ισχυριζόμαστε, ότι δηλαδή το ΣτΕ δεν εγκρίνει ούτε απορρίπτει την ένταξη και την εκτέλεση ενός τεχνικού έργου. Ο ρόλος του είναι μόνο ο έλεγχος για την συνταγματικότητα και την νομιμότητα των αποφάσεων της Διοίκησης και τίποτα παραπάνω. Στα πλαίσια αυτά ο κ. Ράντος θεωρεί ότι η απόφαση 26/2014 «εξέρχεται των ορίων» του δικαστηρίου.
Χαρακτηριστικό είναι πως πριν την απόφαση 26/2014 είχε προηγηθεί σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ). Συγκεκριμένα, μετά από σχετική προσφυγή, με την απόφαση 999/2007 το ΣτΕ και πριν εκδώσει σχετική απόφαση, αποφασίζει να υποβάλλει «προδικαστικά ερωτήματα» προς το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ),ενώ η κατασκευή των έργων ήταν σε εξέλιξη !
Τελικά τα ερωτήματα αυτά υποβάλλονται με μεγάλη καθυστέρηση στο ΔΕΚ το….2009 (!), ενώ μετά από αίτημα ασφαλιστικών μέτρων κατά της συνέχισης των εργασιών, το ΣτΕ διατάσσει (2010) την διακοπή των έργων που έκτοτε παραμένουν καθηλωμένα.
Ένα βασικό ερώτημα προς το ΔΕΚ υπήρξε η δυνατότητα μεταφοράς υδάτων από μία λεκάνη σε μία άλλη (όμορη) λεκάνη απορροής. Το ΔΕΚ (με επίσης μεγάλη καθυστέρηση…), όπως ήταν αυτονόητο, διατύπωσε την θέση πως «…η Οδηγία 2000/60 δεν απαγορεύει μεταφορά από μία ΛΑΠ σε άλλη…» και πώς επιτρέπεται «…η μεταφορά ύδατος….εάν υπαγορεύεται από το δημόσιο συμφέρον η/και οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία», διευκρινίζοντας επιπρόσθετα πως «η ύδρευση…..η άρδευση, η παραγωγή ενέργειας ικανοποιούν το δημόσιο συμφέρον».
Παρόλα αυτά, το ΣτΕ αγνόησε το πνεύμα και το γράμμα της απάντησης του ΔΕΚ και οδηγήθηκε κατά πλειοψηφία στην απόφαση αρ. 26/2014 που ήδη αναφέραμε.
Και για να αξιολογήσει κανείς και το πώς το ΣτΕ «αξιολογεί» την έννοια «δημόσιο συμφέρον», δείτε πώς διαχειρίστηκε σχετική προσφυγή κατά της εξόρυξης χρυσού στην Χαλκιδική.
Τότε το ΣτΕ δεν οδηγήθηκε (όπως στην υπόθεση Αχελώου) σε ακυρωτικές αποφάσεις, αλλά έπραξε ακριβώς το αντίθετο. Συγκεκριμένα, το 2012, με εισήγηση της κας Αικ. Σακελλαροπούλου, το ΣτΕ έκρινε ως «αβάσιμους» τους λόγους της σχετικής προσφυγής κατά της εξόρυξης χρυσού και οι δικαστές αποφάνθηκαν ότι «η υλοποίηση της επένδυσης κρίνεται ιδιαίτερα συμφέρουσα για την εθνική οικονομία λόγω …απόδοσης μεγάλων χρηματικών ποσών στο κράτος…της ενίσχυσης των εξαγωγών…» και άλλα παρόμοια επιχειρήματα, δίνοντας πράσινο φως στην υλοποίηση της επένδυσης. Δηλαδή δύο μέτρα και δύο σταθμά….
Φαίνεται λοιπόν ότι τα ποικίλα «οικολογικά» ιδεολογήματα διαπερνούν επιλεκτικά την ασπίδα της αντικειμενικότητας ορισμένων δικαστών.
Κλείνοντας την αναφορά μας στην απόφαση 26/2014, λίγους μήνες αργότερα η τότε κυβέρνηση Σαμαρά, λαμβάνοντας «…επακριβώς υπόψη το σκεπτικό της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας» (αρχή βιώσιμης ανάπτυξης κλπ.), αποφάσισε άμεσα την περαιτέρω μείωση του όγκου μεταφοράς υδάτων ΑΠΟ 600 στα 250 εκατ. κ. μ. ετησίως και παράλληλα, τον Σεπτέμβριο του 2014, ενέκρινε το πρώτο Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων (ΣΔΛΑΠ) για το ΥΔ Θεσσαλίας.
Ας σημειωθεί πως η απόφαση έγκρισης του πρώτου ΣΔΛΑΠ και η επιλογή για μεταφορά 250 εκατ. κ. μ. νερού ετησίως, ουδέποτε προσβλήθηκε στο ΣτΕ και συνεπώς είναι απολύτως ισχυρή και νομικά ασφαλής, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς από διάφορα πολιτικά κέντρα και ΜΜΕ.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο στο ισχύον σήμερα σχέδιο (ΣΔΛΑΠ/Ιούνιος 2024) επανέρχεται η ενίσχυση του υδατικού δυναμικού της Θεσσαλίας κατά 250 εκατ. κ. μ. νερού ετησίως και ταυτόχρονα παρατίθεται ένας πλήρης οδηγός βημάτων για την επανεκκίνηση των έργων.
9/11/2025
Οι διαχειριστές του ypethe.gr
*Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ
*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ