Το «περιβάλλον» στοιχείο διεκδίκησης δράσεων - έργων και όχι εργαλείο εξυπηρέτησης ιδεοληψιών και συμφερόντων - (Κώστας Γκούμας - Τάσος Μπαρμπούτης)*

Η στασιμότητα που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στο μείζον (για την Θεσσαλία) υδατικό πρόβλημα και οι σοβαρές επιπτώσεις στο ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, αποτελούν αντικείμενο πολλών από τις διεκδικήσεις της Επιτροπής Διεκδίκησης επίλυσης Υδατικού προβλήματος Θεσσαλίας (Ε.Δ.Υ.ΘΕ).

Για να γίνει όμως ευρύτερα αντιληπτό ποιες είναι αυτές οι επιπτώσεις, θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το θέμα  ειδικότερα και να περιγράψουμε τι ακριβώς συμβαίνει στη Θεσσαλία, που οφείλεται η δημιουργία των προβλημάτων αυτών, ποιος ο ρόλος των οικολογικών οργανώσεων και ποιες είναι οι προσδοκίες  από τα κόμματα εξουσίας για την επίλυσή τους.

Α. Τι συμβαίνει στη Θεσσαλία

Είναι κοινά αποδεκτό πως η κατάσταση στα οικοσυστήματα που συνδέονται με τα νερά (ποταμοί, λίμνες, υπόγειοι υδροφορείς) είναι σε γενικές γραμμές δραματική, κάτι που πιστοποιείται και από τις Υπουργικές Αποφάσεις με τις οποίες οι τρεις (τουλάχιστον) τελευταίες κυβερνήσεις (Σαμαρά, Τσίπρα, Μητσοτάκη) [στα πλαίσια της οδηγίας 2000/60 της ΕΕ για τα νερά] έχουν εγκρίνει  η/και εφαρμόζουν τα  αντίστοιχα Σχέδια Διαχείρισης Υδάτων (ΣΔΛΑΠ).

Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει πως τα περιβαλλοντικά προβλήματα δημιουργούνται από την υπερβολική και ανεξέλεγκτη χρήση των υδάτων (κυρίως στην γεωργία) υπερβαίνοντας τα όρια των υδάτινων οικοσυστημάτων, από την σημαντική υστέρηση στην  ανάπτυξη των αναγκαίων έργων εξοικονόμησης (κυρίως στην μεταφορά / διανομή του νερού), από την  αργή ανάπτυξη σύγχρονων αρδευτικών δικτύων, από την έλλειψη πρόσθετων έργων  ταμίευσης νερού, και όλα αυτά σε συνδυασμό με την κακή και αναποτελεσματική διαχείριση  που ασκείται στον τομέα των υδάτων.

Στις συνθήκες που περιγράψαμε τα ελλείμματα νερού πολλαπλασιάζονται, η κατάσταση συνεχώς επιδεινώνεται και οι κίνδυνοι κατάρρευσης των οικοσυστημάτων  αυξάνονται.

Συνοπτικά, στη Θεσσαλία έχει συσσωρευθεί ένα τεράστιο φορτίο άλυτων προβλημάτων και εκκρεμοτήτων (σε πολιτικές  και σε έργα) που είναι πλέον αδύνατο να αγνοείται από τις κυβερνήσεις και τους αρμοδίους.

[Σημειώνεται πως έντονα περιβαλλοντικά προβλήματα  εμφανίζονται ΚΑΙ για τις δυο λεκάνες απορροής (ΛΑΠ)  που αφορούν στη Θεσσαλία, δηλαδή στην ΛΑΠ Αχελώου στη Δυτική Θεσσαλία και στην ΛΑΠ Πηνειού στο Κεντρικό / Ανατολικό τμήμα της, με  διαφορετικά όμως χαρακτηριστικά στην κάθε περιοχή].

Β. Το περιβάλλον, το ΣτΕ και οι πρακτικές κάποιων «οικολόγων»

Το βέβαιο είναι πως σε σημαντικές επιλογές για έργα  υδάτων στη Θεσσαλία  το «περιβάλλον» χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές  ως εργαλείο πολιτικής και όχι ως αντικείμενο εντοπισμού και αντιμετώπισης των πραγματικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων στα διάφορα έργα.

Τυπική εφαρμογή αυτής της λογικής είναι η υπόθεση των έργων Αχελώου.

Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται εννέα (9) χρόνια από την βασική απόφαση του ΣτΕ (αριθμός 26, Ιανουάριος 2014), η οποία ακύρωσε τις σχετικές διοικητικές αποφάσεις με βάση τις οποίες έως το 2010 εκτελούνταν τα έργα «εκτροπής Αχελώου» [ο ταμιευτήρας Συκιάς και η σήραγγα μεταφοράς του νερού προς Μουζάκι].

Οι προσφυγές που οδήγησαν στην απόφαση αυτή του Δικαστηρίου είχαν υποβληθεί από το 2006 (!!) και στηρίχθηκαν κυρίως σε   περιβαλλοντικές αιτιάσεις.

Εξάλλου οι προσφυγές αυτές ήταν ήδη γνωστό ότι θα τύγχαναν ευνοϊκής υποδοχής από αρκετούς δικαστές του ΣτΕ που, σχεδόν ανοικτά, είχαν ταχθεί από την δεκαετία 80 κατά των έργων και είχαν και παλαιοτέρα παρεμβάλλει με τις αποφάσεις τους εμπόδια σε  επιλογές πολλών διαφορετικών κυβερνήσεων [σημ. : για τον ρόλο των δικαστών θα αναφερθούμε σε επόμενο σημείωμα μας].

Ανάμεσα σε εκείνους  που υπέβαλαν τις σχετικές προσφυγές, ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξαν και  τρεις «οικολογικές» οργανώσεις και συγκεκριμένα :

α) Παγκόσμιο Ταμείο για τη φύση - WWF Ελλάς, β) Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία και γ) Ελληνική Εταιρεία για την προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής κληρονομιάς.

Όλες ζητούσαν από κοινού την ακύρωση των έργων εκτροπής, ώστε να αποφευχθούν (υποτίθεται) οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αφενός στην περιοχή των υπό κατασκευή έργων, αφετέρου στα οικοσυστήματα της Θεσσαλίας από την εντατική γεωργία.

Όπως προαναφέραμε η προσφυγή τους, με καθυστέρηση οκτώ ετών, έγινε δεκτή  από το Δικαστήριο.

Με την επίτευξη του στόχου τους αυτές οι «ευαίσθητες» για το περιβάλλον της Θεσσαλίας οργανώσεις, που τόσο κόπο και χρήματα ξόδεψαν για το «ιερό» τους σκοπό, θα περίμενε κανείς  πως θα συνέχιζαν την προσπάθεια τους έτσι ώστε οι κίνδυνοι που επικαλέστηκαν στις προσφυγές τους να εξαλειφθούν οριστικά.

Με αυτή τη λογική, όσον αφορά  στα έργα στην ΛΑΠ Αχελώου, θα έπρεπε να απαιτήσουν την ΑΜΕΣΗ καθαίρεση (κατεδάφιση) τους, την διασφάλιση της απρόσκοπτης ροής του ποταμού που εδώ και πολλά χρόνια έχει διακοπεί (με ανυπολόγιστες οικολογικές επιπτώσεις) και τέλος την αποκατάσταση του τοπίου που παραμένει για 12 χρόνια «πληγωμένο» από  σκυροδέματα, από χωματισμούς και κάθε είδους «μπάζα» στα εγκαταλειμμένα  έργα.

Και επειδή η «ευαισθησία» τους (λογικά) επεκτείνεται και στην ασφάλεια των ανθρώπων της περιοχής, θα έπρεπε να εγκαλούν τις κυβερνήσεις που τόσο ανεύθυνα έχουν εγκαταλείψει στην τύχη τους τα ημιτελή έργα, παραγνωρίζοντας τους κινδύνους από τυχόν καταρρεύσεις, κάτι που οι ειδικοί έχουν από χρόνια επισημάνει.

Ανάλογη δραστηριοποίηση  τους θα περίμενε κανείς και στα οξυμένα περιβαλλοντικά προβλήματα της ΛΑΠ Πηνειού.

Για παράδειγμα θα ήταν λογικό να επισκεφθούν την Θεσσαλία, να συνομιλήσουν με τους αγρότες και τις τοπικές οργανώσεις, να στρέψουν το ενδιαφέρον τους στον δραστικό περιορισμό των καταστροφικών υπεραντλήσεων (κατάργηση αντίστοιχων γεωτρήσεων), στην (επίσης δραστική) μείωση των αρδευόμενων εκτάσεων και των υδροβόρων καλλιεργειών, στην ανάκαμψη των υπόγειων οικοσυστημάτων, στην απαγόρευση αντλήσεων από τον Πηνειό που κάθε καλοκαίρι (και όχι μόνο) «πεθαίνει», στις παρενέργειες της λίμνης Κάρλας (αδυναμία πλήρωσης, μεταφερόμενη ρύπανση, υψηλό κόστος λειτουργίας).

 

Παράλληλα θα ήταν συμβατό, στον αγώνα τους για  εξάλειψη των καταστροφικών ελλειμμάτων, να πρωτοστατούν στην δημιουργία των ταμιευτήρων και των αντίστοιχων αρδευτικών δικτύων που προβλέπονται στα ΣΔΛΑΠ (Μουζάκι, Πύλη, Ελασσόνα κλπ.)  για τη Θεσσαλία.

Τότε μόνο το όραμα τους για  «οικολογική» γεωργία και «βιώσιμη» λειτουργία των οικοσυστημάτων θα μπορούσε να βρει περιθώρια εφαρμογής.

Τότε μόνο  το «ενδιαφέρον» τους για τα περιβαλλοντικά προβλήματα της Θεσσαλίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ειλικρινές.

Τότε μόνο τα χρήματα που ξόδεψαν για τις προσφυγές τους και τις πανάκριβες επικοινωνιακές τους καμπάνιες θα μπορούσαν να πιάσουν τόπο.

Γ. Μετατόπιση «ενδιαφέροντος» μετά την απόφαση του ΣτΕ

Περιέργως όμως, μετά την «νίκη» τους με την απόφαση του ΣτΕ το 2014, οι οργανώσεις αυτές  ουσιαστικά «αποχωρήσαν» από την υπόθεση Αχελώου και από τη Θεσσαλία, ενώ πλέον εμφανίζονται  προβάλλοντας απλώς την αντίθεση τους για τα έργα εκτροπής, χωρίς όμως κάποια συγκεκριμένη προοπτική η κάποια διεκδίκηση (σαν αυτές που αναφέραμε) για την υλοποίηση ενός οράματος αναβάθμισης του περιβάλλοντος στην περιοχή μας.

Θα έλεγε κανείς πως ο στρατηγικός τους στοίχος ήταν η  διακοπή  εργασιών στα έργα και πως η  στασιμότητα  που ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια τους είναι αρκετή !

Αυτό ακριβώς συμβαίνει !

Οι οργανώσεις αυτές ελάχιστα ενδιαφέρονται για τη Θεσσαλία, για την πορεία του διατροφικού τομέα και της γεωργίας, για την στήριξη των μικρομεσαίων αγροτικών νοικοκυριών που αποτελούν την πλειοψηφία στον κάμπο, για την εξασφάλιση ενός ικανοποιητικού εισοδήματος και  τις προοπτικές απασχόλησης της νέας γενιάς αγροτών, για τις σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις από την (σχεδόν βέβαιη) αποχώρηση ενεργού πληθυσμού από την γεωργία και την μετατροπή της αγροτικής γης σε προνομιακό πεδίο επενδύσεων «πράσινης» ενέργειας (φωτοβολταϊκά).

Οι οργανώσεις αυτές δεν αναμένεται να πιέσουν τις κυβερνήσεις για την δημιουργία ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου Διαχείρισης των Υδάτων και μιας αποτελεσματικής διοίκησης στον τομέα αυτό.

Ακόμη και οι μεγάλες απειλές για την Θεσσαλία από την προϊούσα ερημοποίηση, την ξηρασία, καθώς και η  οικολογική καταστροφή των υπόγειων υδροφορέων  αποτελούν γι’ αυτούς μάλλον ένα θεωρητικό ζήτημα που το προβάλλουν με ευχολόγια, χωρίς ουσιαστικά να απαιτούν την  εφαρμογή ρεαλιστικών μέτρων, την υλοποίηση κρίσιμων έργων ταμίευσης κλπ.

Όλη τους η προσπάθεια εξαντλήθηκε στην επίτευξη ενός τακτικού στόχου εναντίον ενός εμβληματικού για αυτούς έργου, όπως είναι η μεταφορά (εκτροπή) νερού από τον Αχελώο και κατά των αντίστοιχων έργων, συμπεριλαμβανομένου και του Υδροηλεκτρικού έργου Μεσοχώρας που ανέκαθεν ζητούσαν την κατεδάφιση του και το «πάλεψαν» μέχρι τέλους στο ΣτΕ, χωρείς τελικά επιτυχία…..[σημ.: η «οικολογική» τους δράση ως γνωστόν, επεκτείνεται σταθερά και εναντίον των υδροηλεκτρικών έργων, εξυπηρετώντας (αντικειμενικά) ανταγωνιστικά ενεργειακά συμφέροντα, όπως πχ. φυσικό αέριο, φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες].

Δ. Τα κόμματα εξουσίας και τα  οικολογικά τους «εξαρτήματα»

Όλες αυτές οι πρακτικές των οικολόγων αποτελούν  ένα καλό διαβατήριο για την δημιουργία μιας οικολογικής «ταυτότητας» που γενικά ανοίγει δρόμους, είτε σε χρυσοφόρα Ευρωπαϊκά προγράμματα, σε σύμπραξη με μεγάλα ιδιωτικά και τραπεζικά συστήματα, αλλά και σε προνομιακή μεταχείριση των οργανώσεων αυτών από το πολιτικό σύστημα, όπως με την τοποθέτηση στελεχών σε αμειβόμενες κυβερνητικές θέσεις  ή στην διοίκηση «φορέων διαχείρισης» κάθε είδους ή  ακόμη και συμμετοχή κάποιων από τα στελέχη τους σε υπουργικές θέσεις δεδομένου ότι κάτι τέτοιο  ενισχύει το περιβαλλοντικό «προφίλ» της ηγεσίας κάποιων κομμάτων και κυβερνήσεων !

Έτσι αυτή η θαλπωρή στην «αγκαλιά» της εξουσίας και οι προσβάσεις που τους προσφέρει δεν τους επιτρέπει να προβάλλουν «ενοχλητικές» για τις κυβερνήσεις (και όχι μόνο) διεκδικήσεις, όπως για παράδειγμα θα ήταν για τη Θεσσαλία η επώδυνη προσαρμογή της γεωργίας σε πολύ λιγότερα νερά (λόγω μη ενίσχυσης με νερά από τον Αχελώο) και βεβαίως η κατεδάφιση των έργων Αχελώου που πλέον δεν «χρειάζονται» !

Φυσικά θέσεις σαν αυτές   χρειάζονται «κότσια» να τις προβάλλει κάποιος και  - προφανώς - θα έχουν σημαντικό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος.

Γι’ αυτό όλοι τους έχουν επιλέξει την «πάση θυσία» διατήρηση της καταστροφικής για τη Θεσσαλία (βολικής όμως για τους ίδιους….)  στασιμότητας στα θέματα που προαναφέραμε.

Με απλά λόγια, τα αδιέξοδα των πολιτικών τους επιλογών  τα πληρώνει ο λαός  με την απώλεια εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ επενδύσεων σε ημιτελή έργα που δεν αξιοποιούνται, αλλά τα πληρώνει και το περιβάλλον στις  δυο θεσσαλικές λεκάνες (ΛΑΠ), στις οποίες, λόγω της απραξίας, η κατάσταση επιδεινώνεται με ταχείς ρυθμούς !

Να λοιπόν γιατί η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης δεν αποτελεί για εμάς κάποια έκπληξη.

Πριν εκλεγεί ο κ. Μητσοτάκης είχε υποσχεθεί ολοκλήρωση των έργων Αχελώου. Έως τον Ιανουάριο του 2020 η ΝΔ ακολουθήσε αυτή τη γραμμή (σύσκεψη υπό τον κ. Γεραπετρίτη / 16 Ιανουάριου, θριαμβευτική τοποθέτηση Κ. Καραμανλή στο Ευρωπαϊκό Φόρουμ Ανάπτυξης / 27 Ιανουάριου).

Έκτοτε σιγή, υπεκφυγές, προσχηματικές δηλώσεις (πχ. θα το ξαναδούμε όταν ολοκληρωθούν οι ….μελέτες του ΣΔΛΑΠ !), αμφίσημες δηλώσεις του πρωθυπουργού για «συνταγματικές» δυσκολίες, αποχή από επαφές με φορείς κοκ.

Μια τακτική γνωστή σε εμάς από την περίοδο ΣΥΡΙΖΑ.

Τελικά πάλι καλά που κατά την τρέχουσα τετραετία, σε συνδυασμό με τις πλημμύρες του Ιανού (2020), προέκυψε για τη Θεσσαλία  η ένταξη δυο σημαντικών  έργων στη Σκοπιά Φαρσάλων και στο ΤΟΕΒ Ταυρωπού στην Καρδίτσα, ενώ όλες οι άλλες υποσχέσεις «ξεχάστηκαν».

Και φυσικά στο διάστημα των δυο συνεχόμενων κυβερνήσεων (2015 -2023) δεν έγινε πράξη ούτε η αυτονόητη υποχρέωση τους  να φέρουν τα θέματα στη Βουλή για ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΕΣ αποφάσεις, ούτε η επανέναρξη των έργων Αχελώου, ούτε η εκπόνηση ενός καθόλα αναγκαίου εφαρμοστικού προγράμματος έργων και δράσεων (master plan), ούτε η ωρίμανση νέων αναγκαίων έργων για την επόμενη κυβερνητική θητεία, ούτε ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου Διαχείρισης Υδάτων, ούτε η ενίσχυση σε προσωπικό και τεχνικά μέσα των σχετικών διοικητικών δομών, προκαλώντας με όλα αυτά την απογοήτευση στον κόσμο και ειδικά στους αγρότες.

Οι επερχόμενες εκλογές θα διεξαχθούν σε μια κρίσιμη φάση για τη Θεσσαλία και το μέλλον της.

Και οι πολίτες, μαζί με τις οργανώσεις τους, οφείλουν να επιβάλλουν το δικό τους στίγμα, «κόντρα» στις πρακτικές των κατ’ επάγγελμα  «ευαίσθητων» και στην υποκρισία κάποιων πολιτικών, που με τόση ευκολία δίνουν τις υποσχέσεις τους αλλά, όταν έρθει η ώρα, δυσκολεύονται πολύ να τις «θυμηθούν»…..

*Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

Πηγή: 
https://www.ypethe.gr