Ν. Μυλόπουλος – SOS : Στερεύει ο Πηνειός, απειλείται με ερημοποίηση ο θεσσαλικός κάμπος

 

 

Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας μια εξαιρετική ανάλυση του υδατικού προβλήματος της Θεσσαλίας, με επίκεντρο τον Πηνειό ποταμό, από τον καθηγητή κ. Νικήτα Μυλόπουλο (εφεξής ΝΜ), Διευθυντή του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, την οποία παρέθεσε στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και αναδημοσιεύτηκε σε διάφορα μέσα (δες εδώ ΣΚΑΙ, 17/07/22).

Επειδή η Επιτροπή  Διεκδίκησης  για την  Επίλυση του Υδατικού προβλήματος της Θεσσαλίας (Ε.Δ.Υ.ΘΕ) παρακολουθεί συστηματικά και παρεμβαίνει με διάφορους τρόπους στο μεγάλο αυτό πρόβλημα της περιοχής μας, ας μας επιτραπεί να διατυπώσουμε ορισμένα σχόλια, επεκτείνοντας  την τεκμηριωμένη επιστημονική προσέγγιση του κ. ΝΜ  και στο πεδίο της   αναγκαίας πολιτικής ΔΙΕΞΟΔΟΥ από την   οδυνηρή πραγματικότητα του υδατικού ζητήματος.

Ο καθηγητής ΝΜ εντοπίζει την «εξάντληση των υδατικών πόρων στην περιοχή», όπως αυτή εμφανώς προκύπτει από την σημερινή εικόνα του ποταμού, ο οποίος «στερεύει σε συγκεκριμένα σημεία της ροής του τα καλοκαίρια».

Αιτία της οικολογικής καταστροφής θεωρεί  ότι είναι «η απουσία οργανωμένων αρδευτικών δικτύων, οι απαρχαιωμένες μέθοδοι άρδευσης και - φυσικά - η ίδια η διάρθρωση των καλλιεργειών, με κύριο χαρακτηριστικό την επικράτηση των υδροβόρων  και χημικοσυντηρούμενων ειδών».

Επιπλέον ισχυρίζεται πως ο Πηνειός «θεωρείται  σήμερα ένα από τα πιο επιβαρυμένα ποτάμια της χώρας, αλλά και της Ευρώπης» και επισημαίνει πως «ειδικά για τη Θεσσαλία, όπου η αρδευτική υδατική χρήση έχει ξεπεράσει το 25% του νερού που καταναλώνεται συνολικά σε όλη τη χώρα, η απειλή της ερημοποίησης είναι ζωντανή».

Γενικεύοντας το θέμα, παρατηρεί ότι «Από οποιαδήποτε σκοπιά και να το δει κανείς η υδατική κρίση είναι από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά ζητήματα, αν όχι το σημαντικότερο, με επιπτώσεις και επιφαινόμενα ανυπολόγιστα για τις κοινωνίες και τον πλανήτη», αναφέροντας ως βασικά χαρακτηριστικά την «λειψυδρία, ξηρασίες, πλημμύρες, ανομβρία, ρύπανση, εμπορευματοποίηση, ιδιωτικοποίηση».

Και συμπληρώνει πως «το πρόβλημα της υδατικής κρίσης ....δημιουργήθηκε γιατί επί σειρά ετών το νερό που καταναλώνεται στις επιμέρους λεκάνες απορροής ξεπερνά κατά πολύ την φέρουσα ικανότητα τους»,  πως «είναι ένα πρόβλημα .....ανθρωπογενές, ένα πρόβλημα εξόχως πολιτικό στη δομή του....(που) υποτιμά συστηματικά τα περιβαλλοντικά όρια».

Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν απόλυτα τις βασικές εκτιμήσεις των επιστημόνων της ΕΔΥΘΕ [τις οποίες επανειλημμένα δώσαμε στην δημοσιότητα  και περιέχονται στην σχετική ΑΝΑΦΟΡΑ που υποβάλλαμε στα κόμματα και  στη Βουλή ].

Συμπίπτουν επίσης με τα βασικά συμπεράσματα της πρόσφατης ημερίδας για την ξηρασία/ερημοποίηση που διοργανώθηκε στο ΓΕΩΤΕΕ/ΚΕ στη Λάρισα (δες εδώ τα συμπεράσματα).

Πράγματι η Θεσσαλία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη απέναντι στα υψηλά υδατικά ελλείμματα της υδρολογικής λεκάνης του Πηνειού, ενώ παράλληλα απειλείται άμεσα η ΑΣΦΑΛΕΙΑ των πολιτών της και των περιουσιών τους από επικείμενες καταστροφές (ξηρασία, πλημμύρες), καθιστώντας το θέμα αυτό ως άμεσης προτεραιότητας  (παρά την λανθασμένη εικόνα που έχει δημιουργηθεί ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον τόπο είναι οι αρδεύσεις).

Οι «προσφερόμενοι» υδατικοί πόροι δεν επαρκούν για τις τόσο εκτεταμένες αρδεύσεις (2,0 έως 2,5 εκ στρέμματα).

Επίσης, η «εξοικονόμηση» νερού και οι στόχοι μείωσης της σπατάλης που ορίζονται στην Υπ. Απόφασή του Σχεδίου Διαχείρισης Υδάτων (ΣΔΥ) είναι πρακτικά αδύνατον να επιτευχθούν με τις «απαρχαιωμένες» υποδομές άρδευσης (που εύστοχα περιγράφονται στην τοποθέτηση του κ. ΝΜ), τις ανεξέλεγκτες υπερκαταναλώσεις από τον Πηνειό, τις οποίες ουσιαστικά  «ενθαρρύνουν» οι πρακτικές κατασκευής πρόχειρων φραγμάτων μιας χρήσης (!), που καταστρέφουν κάθε χρόνο το οικοσύστημα και απλώς περιορίζουν πρόσκαιρα την απόγνωση των αρδευτών, δεδομένου ότι οι «προβλεπόμενες» (στο ΣΔΥ) ταμιεύσεις νερού με νέα έργα (Μουζάκι, Ενιπέας, Πύλη, Νεοχώρι, Ελασσόνα, λιμνοδεξαμενές   κλπ.) απλά δεν έχουν γίνει πράξη !

Όσο για την «φέρουσα ικανότητα» στην οποία αναφέρεται η ανάλυση του κ. ΝΜ, δυστυχώς κανείς δεν την υπολογίζει.

Το αποτέλεσμα είναι να συνεχίζονται, μεταξύ άλλων, και οι καταστροφικές υπεραντλήσεις από τους υπόγειους υδροφορείς, (μέσω των 33.000 γεωτρήσεων, «νόμιμων» και μη, αλλά εγκεκριμένων από την διοίκηση με τις κατά καιρούς πολιτικές αποφάσεις....), οδηγώντας σε τεράστια συσσώρευση ελλειμμάτων (κυρίως από  μόνιμα αποθέματα) των υπόγειων  υδροφορέων (εκτιμάται ότι υπερβαίνουν τα 3 δις κ. μ. νερού/ στοιχεία ΣΔΥ), με συνακόλουθη ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, εκτοξεύοντας παράλληλα το κόστος παραγωγής σε δυσθεώρητα ύψη !

Συνοπτικά, οι παρατηρήσεις του καθηγητή ΝΜ και η επιστημονική τεκμηρίωση όσων συμβαίνουν σήμερα στη Θεσσαλία, κατά έναν τρόπο  «δικαιώνουν» τις διεκδικήσεις της Επιτροπής μας.

Είναι όμως προφανές πως, μπροστά σε μια τέτοιας κλίμακας οικολογική καταστροφή που ήδη βιώνουμε και στην διαφαινόμενη  πολλαπλή  κρίση (επισιτιστική, ενεργειακή, ακρίβειας κλπ.), κανείς δεν θα έπρεπε να παραμένει αδρανής και αδιάφορος.

Γι’ αυτό και η Ε.Δ.Υ.ΘΕ διεκδικεί επειγόντως την χάραξη μιας στρατηγικής αντιμετώπισης του προβλήματος και την λήψη, χωρίς άλλη αναβολή, κρίσιμων αναγκαίων αποφάσεων σχετικά με το υδατικό της Θεσσαλίας.

Η  βασική ιδέα είναι απλή, απόλυτα συμβατή με την λογική του ΣΔΥ και της σχετικής οδηγίας (60/2000/ΕΚ) για τα νερά και κατατείνει στην εξισορρόπηση του άκρως ελλειμματικού υδατικού ισοζυγίου.

Αυτό θα επιτευχθεί :

 α) Με την συστηματική μείωση της «ζήτησης» (σύγχρονα αρδευτικά έργα μεταφοράς και διανομής αρδευτικού νερού, κίνητρα για έξυπνα συστήματα εξοικονόμησης νερού,  έλεγχος / μετρήσεις/ περιορισμοί στις  ατομικές γεωτρήσεις, ενίσχυση των διοικητικών δομών στο υδατικό διαμέρισμα Θεσσαλίας για την διαχείριση υδάτων κ.ο.κ).

β) Με την ενίσχυση  της «προσφοράς» των διαθέσιμων πόρων της λεκάνης Πηνειού (κυρίως χειμερινές απορροές) που δεν αξιοποιούνται, υλοποιώντας έργα ταμίευσης  «πολλαπλής σκοπιμότητας» (αρδεύσεις, υδρεύσεις, αντιπλημμυρική προστασία, παραγωγή ενέργειας, αποθέματα για περιόδους ξηρασίας, αποθέματα για ενίσχυση οικοσυστημάτων που κινδυνεύουν με κατάρρευση κλπ.), σε θέσεις στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε.

Οι δυο αυτές  αυτονόητες και  επιβεβλημένες στρατηγικές κατευθύνσεις έχουν ήδη θεσμοθετηθεί, με  τις σχετικές υπ. Αποφάσεις (ΣΔΥ), που ισχύουν από το 2014, που όμως  πρακτικά «αγνοούνται» από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, καθιστώντας τα ΣΔΥ «σχέδια επί χάρτου» !

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ΟΛΕΣ οι κυβερνήσεις ΑΠΟΔΕΧΟΝΤΑΙ το όριο των 2,5 εκατομμυρίων αρδευόμενων εκτάσεων και υπερθεματίζουν για την διατήρηση τους  (έστω και εάν όλες, χωρίς εξαιρέσεις, ελάχιστα ενδιαφέρθηκαν για την δημιουργία προϋποθέσεων στήριξης μιας τόσο φιλόδοξης πολιτικής).

Αυτό πρακτικά σημαίνει πως, ακόμη και εάν επιτευχθεί στο σύνολο της η εφαρμογή των δυο παραπάνω κατευθύνσεων προς εξισορρόπηση του ελλειμματικού ισοζυγίου, ο όγκος των αναγκαίων υδάτων για τόσο εκτεταμένες  αρδεύσεις υπερβαίνει και πάλι τις αντοχές της λεκάνης Πηνειού.

Εδώ και χρόνια έχει προταθεί και έχει δρομολογηθεί η, μοναδική κατά την άποψη μας, λύση για την οριστική  αντιμετώπιση των ελλειμμάτων, την  δημιουργία αποθεμάτων ασφάλειας για ξηρασία / λειψυδρία και την ιδιαίτερα σημαντική (στις μέρες που ζούμε) παραγωγή οικολογικής (ΥΗ) ενέργειας.

Η λύση αυτή  δεν είναι άλλη από την ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΥΔΑΤΩΝ, μέσω του ημιτελούς ταμιευτήρα Συκιάς επί του Άνω Αχελώου και της σχεδόν ολοκληρωμένης ΣΗΡΑΓΓΑΣ μεταφοράς (πάνω από το Μουζάκι).

Η ενίσχυση αυτή του υδατικού δυναμικού της λεκάνης Πηνειού (που θα διευρύνει την ήδη πραγματοποιημένη από το 1960 «πρώτη» ενίσχυση από τον ταμιευτήρα Ν. Πλαστήρα), σε συνδυασμό με την υλοποίηση όσων προαναφέρθηκαν και ήδη θεσμοθετήθηκαν, θα επιτρέψει την σταδιακή υποκατάσταση μεγάλου μέρους των (δυστυχώς νόμιμα υφιστάμενων) χιλιάδων  γεωτρήσεων, την σταδιακή αποκατάσταση των οικοσυστημάτων που δοκιμάζονται και την στήριξη με βιώσιμο τρόπο της πρωτογενούς παραγωγής στην περιοχή μας.

Παρόλα αυτά, και στην περίπτωση που το πολιτικό σύστημα, μετά από δημοκρατικό διάλογο στη Βουλή, αποφασίσει να ΜΗΝ  αποδεχθεί την ολοκλήρωση των ημιτελών και εγκαταλειμμένων έργων (γνωστά ως έργα  «εκτροπής» Αχελώου), όπως εξάλλου προβλέπεται από το ισχύον σήμερα ΣΔΥ του 2017, τότε οι επόμενες κυβερνήσεις, εγκαταλείποντας την ανεύθυνη τακτική της στασιμότητας και της παράτασης αυτής της εκκρεμότητας, ΟΦΕΙΛΟΥΝ, αφενός να περιορίσουν δραστικά τα όρια των αρδευόμενων εκτάσεων, αφετέρου να ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΟΥΝ τα ημιτελή έργα, δεδομένου ότι στην περιοχή τους δημιουργούνται μεγάλοι κίνδυνοι καταστροφών από έντονα πλημμυρικά φαινόμενα, ενώ παράλληλα εξελίσσεται, εδώ και χρόνια, μια άγνωστη στο πλατύ κοινό οικολογική καταστροφή στο «μπαζωμένο» από τα προ φράγματα  ποτάμι !

Ας σημειωθεί  ότι η ροή του ποταμού στη θέση Συκιά διοχετεύεται μέσα από προσωρινές σήραγγες εκτροπής των υδάτων, καθόσον έχει διακοπεί από έναν τεράστιο όγκο χωματισμών και σκυροδεμάτων λόγω των (ανεπιθύμητων για κάποιους)  κατασκευών και οι οποίες (σε περίπτωση ακύρωσης της επιλογής για μεταφορά υδάτων) πρέπει να καθαιρεθούν και να απομακρυνθούν (οι χωματισμοί και τα σκυροδέματα) σε κατάλληλες θέσεις υποδοχής στερέων απορριμμάτων, με παράλληλη μέριμνα αποκατάστασης του τοπίου στην περιοχή.

Τα χρονικά περιθώρια για την λήψη των σχετικών αποφάσεων σχετικά με τα εγκαταλειμμένα (από το 2010) έργα έχουν από καιρό εξαντληθεί.

Η νοσηρή και παράλληλα ταπεινωτική για την χώρα μας  εκκρεμότητα με τα έργα Αχελώου πρέπει να πάρει ένα τέλος.

Και ενόψει των εκλογών ΟΛΑ τα κόμματα οφείλουν να δεσμευτούν για τις επόμενες ενέργειες τους, ώστε η χώρα να απαλλαγεί από  την απραξία των προηγουμένων κυβερνήσεων και  να απομακρυνθούν οι κίνδυνοι που απειλούν την Θεσσαλία.

*Γιαννακός Κώστας, γεωπόνος, πρόεδρος Γεωπονικού Συλλόγου Λάρισας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ,

*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

Πηγή: 
https://www.ypethe.gr