Η «προικισμένη» με άφθονους ενεργειακούς πόρους χώρα μας, πορεύεται χωρίς στρατηγική και σταθερούς στόχους - (Τάσος Μπαρμπούτης – Κώστας Γκούμας)*

 

Μία ακόμη Σύνοδος του ΟΗΕ για το Κλίμα (Conference of Parties – COP27), ολοκληρώθηκε στο Σαρμ Ελ Σέιχ της Αιγύπτου χωρίς ουσιαστική πρόοδο, με εξαίρεση την επίτευξη συμφωνίας (παρότι παραμένουν ακόμη πολλά να διευκρινιστούν) για την δημιουργία ενός Ταμείου «Απωλειών και Ζημιών», που θα αποζημιώνει, από πόρους που θα προέρχονται από τους ιστορικούς ρυπαντές, τις ευάλωτες κοινότητες που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική κρίση.

Θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τις εξελίξεις σε σχέση με την  ενεργειακή κρίση που βιώνουμε στη χώρα μας, τις προοπτικές αντιμετώπισης της τον δύσκολο χειμώνα που έχουμε μπροστά μας, καθώς και με τις σχετικές θέσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για τα θέματα αυτά.

Θα ξεκινήσουμε με μια πρώτη αποτίμηση της κατάστασης σε σχέση με στόχους που είχαν τεθεί σε παλαιότερες  συσκέψεις του ΟΗΕ για το κλίμα.

Είναι κοινά παραδεκτό πως έως σήμερα η παγκόσμια κοινότητα έχει αποτύχει στην επιδίωξη  της για έλεγχο των εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου (ΑτΘ) και την αποτροπή  υπερθέρμανσης του  πλανήτη.

Ο στόχος να παραμείνει η μέση  επιφανειακή θερμοκρασία της Γης  έως το 2050 κάτω από τα επίπεδα  που υιοθετήθηκαν στο Παρίσι το 2016, δηλαδή  1.5ο C έως 2ο C, με βάση τα σημερινά δεδομένα θεωρείται  ανέφικτος.

Ρεαλιστικός στόχος πλέον είναι η άνοδος της θερμοκρασίας να ξεπεράσει τον 1.5ο C όσο το δυνατόν λιγότερο, για να περιοριστεί η ζημιά.

Αντίθετα με τα όσα προσδοκούσαν δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη, οι οικονομίες των ισχυρών βιομηχανικών χωρών  και οι  κυβερνήσεις τους βαδίζουν ακάθεκτες με βάση τους δικούς τους στόχους για μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή, για «επικράτηση» στον αμείλικτο στρατιωτικό  και οικονομικό ανταγωνισμό, για περισσότερα κέρδη των γιγαντιαίων πολυεθνικών.

Και όλα όσα βιώνουμε στις μέρες μας, στον έναν η τον άλλο βαθμό, είναι συνέπειες όλων των παραπάνω.

Συνεπώς δύσκολα θα θεωρηθεί ως επιτυχημένη και αυτή η Σύνοδος για το κλίμα, καθώς οι συναινέσεις στα κύρια ζητήματα φαίνεται ότι απουσιάζουν και οι ανταγωνισμοί  οξύνονται.

 

 

Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ κ. Γκουντέρες προειδοποίησε πως «είμαστε σε έναν αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση την κλιματική κόλαση».

Κάποιοι μάλιστα, βλέποντας τις «πράσινες» μπίζνες σε όλες τις χώρες να αναπτύσσονται συνεχώς ενώ την ίδια ώρα οι στόχοι των Συνόδων να αποτυγχάνουν παταγωδώς, έσπευσαν ήδη να  χαρακτηρίσουν την COP 27 ως «φιάσκο», θεωρώντας πως είναι αδύνατον να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή πορείας στην ανθρωπότητα μέσα στις συνθήκες που περιγράψαμε και με τις δυνάμεις της αγοράς να έχουν τον  κυρίαρχο ρόλο στις επιλογές και τις αποφάσεις. Εάν η όχι  θα δικαιωθούν θα το δείξει η ιστορία.

Ένα ακόμη θέμα που αναδείχθηκε στην COP 27 είναι η «κλιματική δικαιοσύνη», δεδομένου ότι  για την δραματική πορεία του πλανήτη προς μη διαχειρίσιμες καταστάσεις κύρια ευθύνη  φέρει ένας μικρός αριθμός ισχυρών χωρών, οι οποίες κυριαρχούν οικονομικά και γεωπολιτικά, έχοντας  παράλληλα   την μέγιστη αρνητική συνεισφορά στις εκπομπές ΑτΘ και κατ' επέκταση στην  κλιματική κρίση.

Σύμφωνα με κύριο άρθρο του εγκύρου Βρετανικού Γκάρντιαν αυτών των ημερών, ενώ ο πληθυσμός αυτών των χωρών αντιστοιχεί μόλις στο ένα όγδοο του παγκόσμιου συνόλου, οι χώρες αυτές ευθύνονται για το 50% περίπου των συνολικών εκπομπών ΑτΘ !

Η ακραία  αντίφαση πάντως  και η αδικία είναι πως τις συνέπειες τις  βιώνουν με πολύ πιο δραματικό τρόπο οι αναπτυσσόμενες και οι φτωχές χώρες του πλανήτη, οι οποίες παρά την περιορισμένη συμβολή τους στο πρόβλημα, έχουν  εξ ορισμού  ελάχιστες δυνατότητες στην αντιμετώπιση αυτών των συνεπειών και συνήθως τεράστια συσσωρευμένα χρέη.

Προφανώς στην κατηγορία των χωρών αυτών βρίσκεται και η Ελλάδα, οπότε (και) με αυτό το κριτήριο θα αξιολογήσουμε τις απόψεις  του κ. πρωθυπουργού που  κατατέθηκαν στη Σύνοδο,  ιδιαίτερα για την ενεργειακή πολιτική που ακολουθείται στη χώρα μας.

Ο κ. Κυρ. Μητσοτάκης  ισχυρίστηκε πως «η παραγωγή ενέργειας με περιορισμένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σημαίνει ενεργειακή ασφάλεια» και πως «η μελλοντική μας ανταγωνιστικότητα θα βασίζεται στους άφθονους αιολικούς και ηλιακούς πόρους», θεωρώντας την Ελλάδα «πρωτοπόρο» στις ΑΠΕ, από τις οποίες προέρχεται σήμερα «σχεδόν το ήμισυ της ηλεκτρικής μας ενέργειας».

Όσον αφορά στις προοπτικές δήλωσε πως «για να διαχειριστούμε την σημερινή κρίση...... προσωρινά (θα) αυξήσουμε την παραγωγή λιγνίτη  και (θα) εισάγουμε περισσότερο υγροποιημένο φυσικό αέριο».

Οι πρόσφατες αυτές δηλώσεις, σε συνδυασμό με την  ενεργειακή πορεία της χώρας  τουλάχιστον τα  τελευταία είκοσι χρόνια, μας οδηγούν σε   κάποιες κριτικές παρατηρήσεις.

1. Πράγματι η Ελλάδα είναι χώρα «προικισμένη» με άφθονους  ενεργειακούς πόρους, είτε προς εξόρυξη (λιγνίτης, αέριο), είτε ανανεώσιμους (νερό, άνεμος, ήλιος κα).

Δυστυχώς όμως  ενεργειακά πορεύεται χωρίς στρατηγική και χωρίς σταθερούς στόχους.

Χαρακτηριστική είναι η μεγάλη αντίφαση πως, παρά την ύπαρξη άφθονων ενεργειακών πηγών και πολλών εναλλακτικών δυνατοτήτων, η  ενεργειακή  της εξάρτηση συνολικά (παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, εισαγωγές, μεταφορές, κτιριακός τομέας, βιομηχανία κλπ.), με βάση στοιχεία της EUROSTAT, κινείται σε επίπεδα  άνω του 75% (συχνά υπερβαίνει και το 80%) και αναδεικνύεται «πρωταθλητής» στην ΕΕ,  όπου  ο αντίστοιχος δείκτης  βρίσκεται στο 57%.

Και όλα αυτά σε μια χώρα με υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (-8,6% του ΑΕΠ για εφέτος, το  δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ και όταν η ΕΕ και  η ευρωζώνη παρουσιάζουν πλεόνασμα).

Άραγε πόσο σώφρων ήταν η επιλογή η (σχεδόν πτωχευμένη) χώρα μας να προστρέξει στην «ταχεία» και πολυδάπανη εφαρμογή ενός προγράμματος με κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων μέσα σε ελάχιστα χρόνια, πολύ πριν το 2030 [δες Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) ΣΥΡΙΖΑ/2018 και ΝΔ/2020), με τεράστιες οικονομικές συνέπειες, με αύξηση της ανεργίας κλπ., ενώ οι πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες, με συντριπτικά μεγαλύτερη ευθύνη τις εκπομπές ΑτΘ και με πολλές επενδυτικές δυνατότητες επέλεξαν μια πιο ομαλή πολύχρονη μετάβαση και διατήρηση, εκτός των ανθρακικών, ΚΑΙ των πυρηνικών μονάδων με ότι αυτό συνεπάγεται.

Εντυπωσιακές επίσης είναι  οι παλινωδίες της χώρας μας σχετικά με διάφορες επιλογές, όπου σε κάποιες ενεργειακές πηγές για μια περίοδο παρατηρείται αδιαφορία και αποσιώπηση ως προς την αξιοποίηση τους, ενώ κατά περιόδους γινόμαστε μάρτυρες διθυραμβικών ανακοινώσεων για τον πλούτο της χώρας  μας και τις  προοπτικές ενεργειακής ανεξαρτησίας (πχ. κοιτάσματα υδρογονανθράκων σε ηπειρωτικές και κυρίως θαλάσσιες περιοχές, όπως έγινε πρόσφατα και από τον υπουργό Ενέργειας κ. Σκρέκα), αποδεικνύοντας  πως η χώρα στον ενεργειακό τομέα  κινείται χωρίς πυξίδα. 

2. Στο θέμα της «ασφάλειας» από ΑΠΕ στην οποία αναφέρθηκε ο κ. πρωθυπουργός, θα παρατηρήσουμε ότι  η ασφάλεια αυτή, εκτός από τον τομέα της ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, στηρίζεται σε άλλους δυο βασικούς πυλώνες που είναι η ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ της παραγόμενης  ενέργειας  και το σύστημα ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗΣ  για κατανάλωση στις διάφορες περιοχές της χώρας (και το εξωτερικό).

Και στις  δυο αυτές παραμέτρους  η υστέρηση σε σχέση με την παραγωγή  είναι εμφανής  οπότε η «ασφάλεια» που διακηρύσσει ο κ. Μητσοτάκης  απειλείται, δεδομένου πως  η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης και διασύνδεσης επιβάλλεται να γίνεται παράλληλα και να είναι ισόρροπη. 

Θα σταθούμε  λίγο περισσότερο στην αποθήκευση της ενέργειας που παράγουν οι ΑΠΕ γιατί, όπως είναι  γνωστόν, η παραγωγή τους είναι κυμαινομένη και πολύ συχνά  δεν συμβαδίζει με τις ανάγκες και τις «αιχμές» της κατανάλωσης.

Τυπικά συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, τα μοναδικά που είναι εφικτό να εφαρμοστούν στις σημερινές συνθήκες εξέλιξης της τεχνολογίας, είναι τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα άντλησης - ταμίευσης (Α/Τ).

Το παράδοξο όμως  είναι πως  τα ΥΗΕ γενικά βρίσκονται «υπό διωγμό» εδώ και πάνω από 20 χρόνια, παρά το γεγονός ότι η εγχώρια προστιθέμενη αξία τους  ανέρχεται στο 80% του κόστους κατασκευής τους, ενώ οι άλλες  ΑΠΕ  αντικειμενικά «ενισχύουν» τις εισαγωγές και την τεχνολογική εξάρτηση, χωρίς παράλληλα να επιτυγχάνεται στα αντίστοιχα έργα αξιόλογη μείωση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων.

Επίσης με την πολιτική απανθρακοποίησης που ακολουθήσε η χώρα την τελευταία δεκαετία θα ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία να υποκατασταθεί μέρος της λιγνιτικής παραγωγής από εγχώριους ανανεώσιμους πόρους όπως το νερό (ΥΗΕ).

Παρόλα αυτά οι τελευταίες κυβερνήσεις επέλεξαν την  ενίσχυση επιχειρηματικών συμφερόντων  παραγωγής ηλεκτρικής  ενέργειας από το εισαγόμενο ορυκτό (κατ' ευφημισμό «φυσικό») αέριο, το οποίο απογειώνει την ενεργειακή μας εξάρτηση ενώ και οι    τιμές του στη βιομηχανία και τα νοικοκυριά έγιναν απλησίαστες.

Κατά την άποψη μας οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ  όφειλαν να αξιοποιήσουν την τεράστια εμπειρία της ΔΕΗ στον παραγωγή και λειτουργία ΥΗ έργων ως πολιτική αιχμής στην μεταβατική περίοδο απανθρακοποίησης στη  χώρα μας.

Δυστυχώς  εκείνοι επέλεξαν την ΔΕΗ από πρωταγωνιστή να την καταστήσουν κομπάρσο στο ενεργειακό γίγνεσθαι, δημιουργώντας με την «απελευθέρωση» της ενέργειας εξαιρετικές συνθήκες μεγέθυνσης και άκρατης κερδοφορίας  στους  μεγάλους  ιδιώτες ανταγωνιστές της.

Τώρα κάποιοι χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την «απώλεια» του δημόσιου χαρακτήρα της ΔΕΗ, όταν οι ίδιοι επί χρόνια, βουτηγμένοι στις ιδεοληψίες τους και τον δογματισμό τους, όχι απλώς δεν αξιοποίησαν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα αυτής της μεγάλης και ιστορικής επιχείρησης στην ΥΗ ενέργεια, αλλά έως το 2017 απειλούσαν να κατεδαφίσουν ένα μεγάλο και κρίσιμο για την βιωσιμότητα της ΔΕΗ έργο, αυτό της Μεσοχώρας Τρικάλων, που ήταν σχεδόν έτοιμο από το 2001 (!).

Ευτυχώς που κάποια στιγμή η ανάλυση πολιτικού «κόστους - οφέλους» και η προσγείωση στην πραγματικότητα της διακυβέρνησης της χώρας απέτρεψε την υλοποίηση του «οράματος» των ανεύθυνων ψευτοοικολόγων και των φανατικών αντιπάλων της ΥΗΕ, που όμως καιροφυλακτούν και για αλλά παρόμοια «χτυπήματα» σε έργα, όπως το ημιτελές φράγμα στην  Συκιά  (περιοχή Καρδίτσας) επί του Αχελώου, για το οποίο ήδη ανακοίνωσαν την πρόθεση τους να το κατεδαφίσουν (!!).

Ας ελπίσουμε πως η κοινή πολιτική ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ κατά των ΥΗΕ θα καμφθεί μπροστά στην αδήριτη ανάγκη ανάπτυξης συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας (και όχι μόνο)  που τόσο ανάγκη έχει η χώρα.

Στα θετικά πάντως καταγράφεται το γεγονός της  ένταξης ενός μεγάλου αντλησιοταμιευτικού έργου ισχύος 680 MW από ιδιωτική εταιρία (ΤΕΡΝΑ) στη θέση Βάλτος της Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο συνδυάζει την αποθήκευση ενέργειας με τα νερά της λίμνης Καστρακίου της ΔΕΗ και  αδειοδοτήθηκε με σύμφωνη γνώμη και των δυο διεκδικητών της εξουσίας (οι ίδιοι όμως έχουν αποκλείσει τη ΔΕΗ από τέτοιες επενδύσεις).

Η εξέλιξη αυτή δίνει ελπίδες πως τελικά στην αποθήκευση ενέργειας με ΥΗ έργα θα επικρατήσει η λογική της εξυπηρέτησης των συμφερόντων της χώρας.

3. Μια τελευταία παρατήρηση για τις ΑΠΕ είναι η συνεχώς αυξανομένη αντίδραση τοπικών κοινωνιών και οργανώσεων στην αδειοδότηση κυρίως αιολικών (αλλά και φωτοβολταϊικών) μονάδων.

Στο θέμα αυτό σημαντικό ρόλο παίζει το έλλειμμα  υπεύθυνης ενημέρωσης των πολιτών από τα όργανα της πολιτείας και (κυρίως) η απουσία εγκεκριμένου χωροταξικού σχεδίου μετά από ουσιαστική διαβούλευση με τους πολίτες, ώστε ο καθένας να γνωρίζει εάν  μπορεί ή πρέπει να γίνει η εγκατάσταση μιας μονάδας ΑΠΕ σε μια περιοχή.

Και φυσικά, εάν υπήρχε αυτός ο σχεδιασμός, θα ήταν πιο τεκμηριωμένες  και οι γνωμοδοτήσεις των οργάνων της  αυτοδιοίκησης που συχνά, κάτω από τοπικές πιέσεις, λαμβάνουν αποφάσεις όχι πάντοτε προς το συμφέρον της βιώσιμης και καλώς εννοούμενης ανάπτυξης στον τόπο μας.

Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ,

Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

Πηγή: 
https://www.ypethe.gr