Η διακίνηση παράνομων φυτοφαρμάκων : Υποκρισία και προβλήματα (Φάνης Γέμτος)*
Στις 10-7-25 στο in.gr δημοσιεύτηκε άρθρο για την παράνομη κυκλοφορία φυτοφαρμάκων στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή αγορά. Το άρθρο αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Reuters και μπορείτε να βρείτε στη διεύθυνση :
https://www.in.gr/2025/07/10/in-science/ apokalypsi-reuters-gia-paranoma-fytofarmaka-stin-ellada-kindynos-gia-perivallon-kai-tin-ygeia/
Το άρθρο αναφέρει ότι η διακίνηση παράνομων για την Ε.Ε. ουσιών έχει αυξηθεί από το 10% της κατανάλωσης το 2012-13 σε 14% σήμερα. Τα παράνομα εισαγόμενα φυτοφάρμακα έχουν τιμές πολύ χαμηλότερες από τα εγκεκριμένα φυτοφάρμακα σε επίπεδο 50%. Κυρίως όμως είναι δραστικές ουσίες που έχουν απαγορευτεί στην Ε.Ε. Η είδηση δημιούργησε ανησυχία σε πολλούς καταναλωτές.
Είναι όμως τόσο τραγικά τα πράγματα και τι συμβαίνει στην πραγματικότητα ;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε χημικό που χρησιμοποιείται στη γεωργία έχει εκτός από τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία μας. Το ίδιο ισχύει για κάθε χημική ουσία π.χ. τα φάρμακα που καταναλώνουμε καθημερινά έχουν και αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία μας. Κανένας δε μας είπε να καταργήσουμε το Depon που παίρνουμε για κάθε πόνο που έχουμε και να υποφέρουμε τον πόνο. Αντίθετα με τα φυτοφάρμακα, όλοι «οι οικολόγοι του όχι» ζητούν την απαγόρευσή τους χωρίς καμία εκτίμηση των επιπτώσεων που θα έχει η απαγόρευση της χρήσης στη γεωργική παραγωγή και στην επισιτιστική ασφάλεια του πλανήτη.
Αυτή η λογική επικράτησε στην πράσινη συμφωνία και στην πολιτική από το αγρόκτημα στο πιάτο της Ε.Ε. που δημιούργησε την ΚΑΠ στην περίοδο που διανύουμε.
Τι ζητήθηκε από τους αγρότες ; Μείωση της χρήσης λιπασμάτων κατά 20%, μείωση της χρήσης φυτοφαρμάκων κατά 50% και προώθηση της βιολογικής γεωργίας στο 25% των ευρωπαϊκών χωραφιών. Στη μείωση της χρήσης φυτοφαρμάκων συμπεριελήφθη και απαγόρευση ουσιών κάτι που ο ΕΣΥΦ (Ελληνικός Σύνδεσμος Φυτοπροστασίας) απέδειξε με μελέτη του ότι θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή.
Ιδιαίτερα τονίστηκε η απαγόρευση ουσιαστικά όλων των ζιζανιοκτόνων του βαμβακιού που θα κάνει δύσκολη την καλλιέργεια.
Η υποκρισία όμως της Ε.Ε. είναι ότι αυτά ισχύουν στις χώρες της και όχι στις χώρες από όπου εισάγονται γεωργικά προϊόντα. Έτσι οι Ευρωπαίοι καταναλωτές καταναλώνουν προϊόντα που έχουν παραχθεί με χρήση των απαγορευμένων ουσιών χωρίς ουσιαστικούς και πραγματικούς ελέγχους στα σύνορα.
Είναι προφανής η αδικία στους Ευρωπαίους αγρότες κάτι που εκδηλώθηκε με διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις πριν από τις Ευρωεκλογές και υποσχέσεις της Ε. Επιτροπής για επανεξέταση των μέτρων (που μάλλον τις ξέχασε μετά τις εκλογές).
Είναι προφανές ότι οι Ευρωπαίοι αγρότες δέχονται έναν αθέμιτο ανταγωνισμό από τις εισαγωγές τροφίμων από τις γειτονικές αγορές κάτι που τους κάνει να αντιδρούν.
Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί και το πολύ υψηλό κόστος πιστοποίησης φυτοφαρμάκων για χρήση στην Ε.Ε. κάτι που κάνει τις εταιρείες παραγωγής να μην πιστοποιούν φάρμακα με μικρή κατανάλωση.
Μία από τις αντιδράσεις των αγροτών είναι να εισάγουν λαθραία τις απαγορευμένες ουσίες από τις γειτονικές χώρες και να γίνουν και οι ίδιοι ανταγωνιστικοί. Αυτό δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα, καθώς τα εισαγόμενα προϊόντα δεν έχουν κανέναν έλεγχο και επιπλέον δεν υπάρχουν οι οδηγίες για τη σωστή χρήση τους, που θα μείωνε τις αρνητικές επιπτώσεις.
Αντίθετα, όλα είναι ανεξέλεγκτα και κανείς δεν γνωρίζει τι τρώει. Διότι όλα τα χημικά στη γεωργία έχουν μικρές αρνητικές επιπτώσεις όταν χρησιμοποιούνται σωστά και πολύ μεγαλύτερες, όταν δεν ακολουθούνται οι σωστές οδηγίες και πρακτικές.
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Βρετανίας, όταν απαγορεύτηκε η χρήση των οργανοφοσφορικών φυτοφαρμάκων στην Ευρώπη. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται το DDT καιαλδρίνη, που χρησιμοποιούσαμε σε μεγάλη έκταση τόσο στα χωράφια, όσο και στην καταπολέμηση των κουνουπιών. Διαπιστώθηκε ότι τα φάρμακα αυτά εισέρχονταν στην αλυσίδα παραγωγής και κατέληγαν στον οργανισμό μας, όπου και συσσωρεύονταν, δημιουργώντας κίνδυνο μακροχρόνιων αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία μας. Θυμάμαι ότι τότε διαμαρτυρόμασταν για την αύξηση των ποντικιών στα χωράφια. Οι Βρετανοί τότε, απ’ ό,τι θυμάμαι, αρνήθηκαν να εφαρμόσουν την απαγόρευση με το επιχείρημα ότι με σωστή εφαρμογή των φαρμάκων δεν υπάρχουν αρνητικές επιπτώσεις.
Στη χώρα μας το πρόβλημα είναι εξίσου σημαντικό και ίσως ακόμα χειρότερο. Ο Έλληνας αγρότης δέχεται έναν σημαντικό ανταγωνισμό από προϊόντα που εισάγονται μάλλον εύκολα από τη γειτονική Τουρκία, ιδιαίτερα στα νησιά του Αιγαίου.
Τα εισαγόμενα παράγονται με χρήση ουσιών, που δεν επιτρέπονται στη χώρα μας. Και όλα είναι μια χαρά. Κανείς δε μιλάει για το θέμα, ούτε καν οι «οικολόγοι». Στη χώρα μας όμως υπάρχει και ένα δεύτερο πολύ σημαντικό πρόβλημα. Η έλλειψη συστήματος γεωργικών εφαρμογών, δηλαδή γεωπόνων, που θα βγαίνουν στα χωράφια και θα συμβουλεύουν τους αγρότες.
Οι μόνοι γεωπόνοι που βγαίνουν στα χωράφια είναι οι πωλητές γεωργικών εφοδίων που κάνουν μία σημαντική δουλειά, αλλά με προφανή μειονεκτήματα. Δεν υπάρχει επομένως καμία βοήθεια, ούτε για προσαρμογή στις νέες συνθήκες με απαγορεύσεις δραστικών ουσιών και την αντικατάσταση των χρησιμοποιούμενων φαρμάκων, που αποφασίζεται να αποσυρθούν με επιτυχή αντικατάστασή τους από άλλα σκευάσματα. Ουσιαστικά, οι αγρότες έχουν αφεθεί αβοήθητοι να βρουν λύσεις σε προβλήματα που αντιμετωπίζουν και προφανώς κάποιος που προωθεί παράνομα σκευάσματα δε βρίσκει μεγάλη αντίσταση από απογοητευμένους αγρότες.
Νομίζω ότι από τα πιο πάνω προκύπτουν τρία θέματα.
Το πρώτο, η ανάγκη εξ ορθολογισμού της ΚΑΠ και των πολιτικών της Ε.Ε., ώστε να σταματήσουν οι «οικολογικές» ακρότητες και να γίνει μία σωστή διαχείριση της χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων, αλλά και εφ’ όσον αποφασιστεί ο περιορισμός των δραστικών ουσιών αυτό να ισχύει και για τα εισαγόμενα γεωργικά προϊόντα, για να υπάρχει πραγματική προστασία των καταναλωτών (αν είναι σωστές οι απαγορεύσεις), αλλά και προστασία του ανταγωνισμού των εγχώριων προϊόντων με τα εισαγόμενα. Κριτήριο των απαγορεύσεων δεν μπορεί να είναι μόνο η απαγόρευση χρήσης, αλλά και η εκτίμηση των επιπτώσεων στην επισιτιστική ασφάλεια.
Το δεύτερο, η ανάγκη δημιουργίας συστήματος γεωργικών εφαρμογών. Ειδικότερα, για τη χώρα μας είναι άμεση ανάγκη η ανάπτυξη ενός στοιχειώδους συστήματος γεωργικών εφαρμογών και σύνδεσης έρευνας και γεωργικής παραγωγής. Οι γεωπόνοι του δημοσίου να αφήσουν τη γραφειοκρατία, των επιδοτήσεων και ενισχύσεων και να ξαναγυρίσουν στο χωράφι, για να βοηθήσουν τη γεωργική παραγωγή. Καιρός είναι να ασχοληθεί το πολιτικό σύστημα της χώρας με τον πρωτογενή τομέα και να βοηθήσει τους αγρότες όχι μόνο με επιδοτήσεις και αποζημιώσεις (νόμιμες και παράνομες), αλλά και με πραγματική βοήθεια μέσω προγραμμάτων ανάπτυξης και συμβουλών για το πώς θα αναπτυχθούν.
Ένα τρίτο στοιχείο είναι η προώθηση των νέων τεχνολογιών που μπορούν να μειώσουν τη χρήση χημικών, (όπως το ρομπότ της φωτογραφίας). Αλλά αυτό είναι ψιλά γράμματα για το Ελληνικό Σχέδιο της ΚΑΠ και το πολιτικό σύστημα της χώρας που αδιαφορεί για τον πρωτογενή τομέα.
*Φάνης Γέμτος, γεωπόνος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μέλος της Ε.Δ.Υ.ΘΕ.
ΠΗΓΗ : ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ