2023 09 20 floods thessaly
Χρόνος Ανάγνωσης: 5 λεπτά

Αντιπλημμυρική θωράκιση της Θεσσαλίας : Η αρχή από τα βουνά και η ολοκλήρωση στον κάμπο – (Κώστας Γκούμας)*

Η θεσσαλική λεκάνη, που αποστραγγίζεται προς τη θάλασσα μέσω της κοιλάδας των Τεμπών, συνδέεται από παλιά με τις πλημμύρες. Τα πλημμυρικά φαινόμενα των τελευταίων ετών, από τον Ιανό τον Σεπτέμβριο του 2020 έως τον Daniel και τον Elias τον Σεπτέμβριο του 2023, άφησαν ωστόσο βαθύ αποτύπωμα. Οι ζημιές βαραίνουν ακόμη την τοπική οικονομία, ενώ οι πόροι για την ανασυγκρότηση και την αντιπλημμυρική θωράκιση, το κόστος των οποίων εκτιμάται συντηρητικά σε 4-5 δισ. ευρώ, παραμένουν ζητούμενο.

Η κλιματική κρίση δεν είναι πλέον μια μελλοντική απειλή, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα που δοκιμάζει τις αντοχές μας με πρωτοφανή ένταση. Και οι φετινές, τελευταίες καταστροφικές πλημμύρες σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου : οι μελλοντικές υδάτινες ροές θα είναι ακόμη πιο ορμητικές και η Θεσσαλία θα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της γεωγραφικής ευαλωτότητας.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πια «τι συνέβη», αλλά «πόσο έτοιμοι είμαστε για το επόμενο ακραίο φαινόμενο». Τα μέχρι τώρα δεδομένα αποκαλύπτουν βήματα προόδου, αλλά και ανησυχητικά κενά. Η πραγματική θωράκιση απαιτεί αξιόπιστο σχεδιασμό, στρατηγική και εξασφαλισμένους οικονομικούς πόρους. Αιχμή του δόρατος του σχεδιασμού, τα έργα ορεινής υδρονομίας, που παρότι εξαγγέλθηκαν έγκαιρα από την κυβέρνηση, σήμερα κινούνται με ρυθμούς ασύμβατους με τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.

Η αποκατάσταση των ζημιών του 2023 σε υποδομές, υδατικά έργα, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και γεωργικό εξοπλισμό ήταν μεγάλη πρόκληση για την κεντρική διοίκηση και την αυτοδιοίκηση, που έπρεπε να εξασφαλίσουν συντονισμό των υπηρεσιών τους και σημαντικούς πόρους.

Παρά τις καθυστερήσεις και τις γνωστές αδυναμίες της διοίκησης υπήρξε σχετική πρόοδος σε ότι αφορά τις αποζημιώσεις από την Κρατική Αρωγή, ενώ από τα κατεστραμμένα έργα υποδομών (γέφυρες, οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο) ύψους 1,35 δισ. ευρώ εκτελούνται ή ολοκληρώνονται τα περισσότερα. Παράλληλα, η Περιφέρεια Θεσσαλίας υλοποίησε ή υλοποιεί παρεμβάσεις περίπου 250 εκατ. ευρώ (αναχώματα, καθαρισμούς κοιτών, διαπλατύνσεις ρεμάτων) και προετοιμάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό και τις μελέτες για τη σταδιακή αντιπλημμυρική θωράκιση περιοχών της.

Επισημαίνεται  ότι οι αποκαταστάσεις γενικώς επαναφέρουν τα έργα στην πρότερη τεχνική κατάσταση και παροχετευτική ικανότητα τους, η οποία δεν ήταν και αξιοζήλευτη αν λάβουμε υπόψη ότι τα έργα αυτά δεν συντηρούνταν επί δεκαετίες και είχαν σχεδιαστεί με τις προδιαγραφές της εποχής τους. Αυτό σημαίνει θα πρέπει να προηγηθεί επαναδιαστασιολόγηση των έργων σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα πλημμυρικά μεγέθη, ώστε σε περιοχές που δεν θα εξυπηρετούνται οι αυξημένες ροές που αναμένονται στο μέλλον, να δρομολογηθούν οι κατάλληλες παρεμβάσεις όπως η διεύρυνση της ζώνης πλημμυρών, η ανύψωση αναχωμάτων, άρση εμποδίων (ακόμη και κτισμάτων) κλπ. Οι νέες αυτές υποδομές προστασίας εκτιμάται ότι θα κοστίσουν πολλαπλάσια από όσα διατέθηκαν για τις αποκαταστάσεις.

Η Οδηγία 2007/60/ΕΚ στοχεύει στη μείωση των αρνητικών συνεπειών των πλημμυρών στην ανθρώπινη υγεία, στο περιβάλλον και στις οικονομικές δραστηριότητες. Επιβάλλει προκαταρκτική αξιολόγηση κινδύνου, χάρτες επικινδυνότητας και κινδύνου και Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας (ΣΔΚΠ) ανά λεκάνη απορροής.

2026 Σκίτσο έργων αντιπλημμυρικής θωράκισης

Το ΣΔΚΠ Θεσσαλίας, που εγκρίθηκε το 2025, θέτει τέσσερις στρατηγικούς στόχους : μετριασμό της έκθεσης, μείωση της πιθανότητας πλημμύρας, ενίσχυση της ετοιμότητας και βελτίωση των μηχανισμών αποκατάστασης. Προβλέπει πέντε κατηγορίες έργων : ορεινά υδρονομικά, μεγάλους ταμιευτήρες πολλαπλής σκοπιμότητας, εκσυγχρονισμό αποστραγγιστικών δικτύων, έργα φυσικής συγκράτησης υδάτων στα πεδινά και κλασική αντιπλημμυρική προστασία. Τα μοντέλα της 1ης Αναθεώρησης δείχνουν ότι, για πλημμύρα 100ετίας, οι ταμιευτήρες μειώνουν την αιχμή της πλημμυρικής παροχής από 10% (Νεοχωρίτης) έως 44% (Μουζάκι).

Δεδομένου όμως ότι το ΣΔΚΠ δεν είναι μελέτη κατασκευής αλλά εργαλείο αξιολόγησης, από μόνο του δεν προσφέρει ασφάλεια. Χρειάζεται συνεπώς εφαρμοστικό σχέδιο (masterplan) με ιεράρχηση έργων, μελέτες, χρηματοδότηση και κατασκευή. Το masterplan θα αξιολογήσει την επίδραση των ορεινών έργων και των ταμιευτήρων στον πλημμυρικό κίνδυνο και θα υποδείξει τα έργα φυσικής συγκράτησης στα πεδινά, τα έργα προστασίας και τις περιοχές ελεγχόμενης κατάκλυσης. Το εγκεκριμένο ΣΔΚΠ προβλέπει μεν την εκπόνηση του masterplan, όχι όμως φορέα και πηγή χρηματοδότησης ή/και χρονοδιάγραμμα.

image

Τα έργα ορεινής υδρονομίας, γνωστά από το παρελθόν και από το πρόγραμμα Aqua Montis, παρεμβαίνουν εκεί όπου γεννιέται το πρόβλημα, στις ορεινές λεκάνες, πριν το νερό και τα φερτά υλικά φτάσουν στον κάμπο.

Περιλαμβάνουν :

  • Φυτοκομικά έργα (δάση και θαμνώνες ανθεκτικά στην κλιματική αλλαγή).
  • Γεωτεχνικά έργα (βαθμιδώσεις, τάφρους, κορμοφράγματα, κλαδοπλέγματα).
  • Υδραυλικοτεχνικά έργα (χαμηλά φράγματα, αναχώματα, επενδύσεις).
  • Ανοιχτά φράγματα συγκράτησης φερτών και στεγνές λίμνες κατακράτησης.

Η χρησιμότητά τους είναι διπλή. Στον ορεινό χώρο σταθεροποιούν τα εδάφη και αναβαθμίζουν το φυσικό περιβάλλον. Στην πεδινή ζώνη μειώνουν την πλημμυρική αιχμή, περιορίζουν τις αποθέσεις από φερτά και τις διαβρώσεις, αυξάνουν τη διάρκεια ζωής των ταμιευτήρων και μειώνουν το κόστος συντήρησης των εγγειοβελτιωτικών έργων, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα των έργων κατάντη.

Το πρόγραμμα εξαγγέλθηκε και δρομολογήθηκε το 2024 με προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ και έγκριση από την Κυβερνητική Επιτροπή Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας. Αφορούσε εννέα ορεινές λεκάνες προτεραιότητας στα Δασαρχεία Βόλου, Καρδίτσας, Τρικάλων, Καλαμπάκας, Μουζακίου, Ελασσόνας, Λάρισας & Αγιάς,  και Λαμίας. Τα πρώτα έργα αναμένονταν να συμβασιοποιηθούν εντός του 2025, με μέση διάρκεια υλοποίησης έως δύο έτη.

Μέχρι σήμερα έχουν ήδη συμβασιοποιηθεί έργα 26,6 εκατ. ευρώ μόνο για τις ορεινές λεκάνες του Δασαρχείου Βόλου, ενώ σύμφωνα με πρόσφατη κοινή ανακοίνωση δύο συναρμόδιων υπουργείων, στο πρόγραμμα του Aqua Montis προβλέπονται περίπου 1.300  έργα για την Θεσσαλία (χωρίς τις περιοχές Καλαμπάκας, Καρδίτσας και Ελασσόνας) και την Φθιώτιδα με συνολικό προϋπολογισμό 123 εκατ. ευρώ. 

Πέραν της ως άνω υπαναχώρησης, των διαχρονικών παθογενειών της δημόσιας διοίκησης στο σύστημα παραγωγής μελετών και έργων (στις οποίες έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενες παρεμβάσεις μας), για τις καθυστερήσεις του προγράμματος Aqua Montis  είναι προφανής και η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος. Σε κάθε περίπτωση  το αποτέλεσμα είναι : εξαγγελίες που προηγούνται κατά πολύ της έγκαιρης υλοποίησης κρίσιμων για την Θεσσαλία έργων.

Η απάντηση στο ερώτημα «πόσο προετοιμασμένοι είμαστε ;» παραμένει διττή και αποκαλύπτει το θέατρο του παραλόγου που παίζεται στην πλάτη των Θεσσαλών.

Από τη μία πλευρά υπάρχει θεσμικό πλαίσιο – ΣΔΚΠ, πρόγραμμα ορεινής υδρονομίας με χρηματοδότηση και μια Περιφέρεια η οποία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, δημιουργεί ένα σύγχρονο κέντρο Πολιτικής Προστασίας και προετοιμάζει σταδιακά ένα αξιόπιστο Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης Πλημμυρικών Φαινομένων καθώς και ένα Επιχειρησιακό Σχέδιο για τον Πηνειό.

Από την άλλη πλευρά όμως, δεν υπάρχει ούτε κυβερνητική δέσμευση ούτε επαρκείς οικονομικοί πόροι για την ολοκληρωμένη προστασία της Θεσσαλίας στο μεσοπρόθεσμο μέλλον. Η θωράκιση της Θεσσαλίας δεν μπορεί να προκύψει ούτε από αποσπασματικές παρεμβάσεις ούτε από κονδύλια με ημερομηνία λήξης. Απαιτείται μια εθνική στρατηγική με μόνιμο χαρακτήρα και άμεση κινητοποίηση.

Οι τοπικοί φορείς, με επικεφαλής την Περιφέρεια, οφείλουν να θέσουν την κυβέρνηση προ των ιστορικών ευθυνών της. Πρέπει να διεκδικήσουν τώρα – και με κάθε μέσο – ένα δεσμευτικό masterplan με αυστηρά ιεραρχημένα έργα, θεσμοθετημένους εθνικούς πόρους και, πάνω απ’ όλα, έναν ισχυρό, ενιαίο συντονιστικό φορέα που θα παρακάμπτει τη γραφειοκρατική αδράνεια του κεντρικού κράτους.

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα. Αν δεν δράσουμε τώρα με απόλυτη αποφασιστικότητα, η επόμενη μεγάλη κακοκαιρία δεν θα είναι μια «αναπόφευκτη φυσική καταστροφή», αλλά μια προαναγγελθείσα αποτυχία του κρατικού μηχανισμού και όλων μας.

*Ο Κώστας Γκούμας είναι γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας και μέλος της Ε.Δ.Υ.ΘΕ.

Πηγές